Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Κεφάλαια 04 έως 06


04

Το ταξίδι του μέλιτος – πολύ βαρύγδουπη φράση για να περιγράψει την πρώτη εκδρομή του Γρηγόρη με την Κατερίνα μετά το γάμο τους. Δεν θα έκαναν εξωτικό ταξίδι, ούτε τότε ούτε αργότερα, είχαν συμφωνήσει ότι δεν το χρειάζονταν. Μετρημένοι στις ζωές τους έως τότε, ταπεινοί και στο νέο ξεκίνημα, έφυγαν όταν τελείωσε το γλέντι και ζήτησαν απ' το Νικόλα να τους πάει στο Καλέμι.

Εκεί, στα εξίμισι στρέμματα του Φραγκή, ήταν ο παράδεισος των παιδικών χρόνων της Κατερίνας. Το προσωπικό της καταφύγιο που δεν άργησε όχι απλά να το συμπαθήσει αλλά και να το αγαπήσει ο Γρηγόρης, όσες φορές ήρθε εκεί καλεσμένος ή απρόσκλητος – τις περισσότερες στα κρυφά. Εκεί λοιπόν ήθελε, ήθελαν να περάσουν την πρώτη νύχτα γάμου, την πρώτη μέρα τους σαν παντρεμένοι, το πρώτο σούρουπο και ηλιοβασίλεμα – και ήταν πραγματικά μοναδική η θέα του πορτοκαλόχρωμου ήλιου να βυθίζεται στο Αιγαίο.

Ήταν η δική τους μέρα, μακριά ή κάπως μακριά από τους άλλους, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τηλέφωνο, με τζάκι, πετρογκάζ και νερό απ' το πηγάδι. Η Αθήνα, το μεροκάματο, το καθημερινό στρίμωγμα στα τρόλλεϋ, τα ψώνια με την ψυχή στο στόμα, ταβέρνα κάθε Σάββατο, σινεμά κάθε δεκαπέντε – αυτά φάνταζαν μακρινά αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν, σε τέσσερις μέρες εκεί θα γύριζαν.

Οι προοπτικές στις δουλειές τους, αβέβαιες. Πωλητής σε εμπορικό εκείνος, γραμματέας σε συμβολαιογραφείο εκείνη. Παιδιά από την επαρχία, σχετικά καινούργιοι στην πρωτεύουσα, όχι απ' αυτούς που πρόλαβαν μέσα σε μισή γενιά και γίναν γκάγκαροι Αθηναίοι. Πολλές φορές μεταξύ τους τούς κορόιδευαν αυτούς τους δήθεν, όχι χωρίς το γνώθι σαυτόν, ότι κάποτε κι εκείνοι έτσι θα γίνονταν. Άλλωστε σε κάποιους απ' αυτούς, στους συγγενείς τους που για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα τους φιλοξένησαν μέχρι να κάνουν τα πρώτα του βήματα στην πόλη, είχαν κι υποχρέωση. Ειδικά η Κατερίνα, που για μεγάλο διάστημα έμεινε φιλοξενούμενη στο ρετιρέ της θείας Σωτηρίας στην Αχαρνών. Έστω και τύποις τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, αφού τα περισσότερα βράδια κοιμόταν στο εργένικο διαμέρισμα του Γρηγόρη, που έμελλε να γίνει και το επίσημο σπίτι τους ως παντρεμένοι. Τα βιβλία της πάντως, ένα βασικό της αποκούμπι – όσο θυμόταν τον εαυτό της, ένα βιβλίο πάντα θα κρατούσε – τα είχε στης θείας κι έτσι η, ας πούμε, μετακόμισή της λίγο πριν το γάμο απέκτησε και κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Κι ο Γρηγόρης δεν πήγαινε πίσω, βιβλιοφάγος κι αυτός, ένα απ' τα λίγα κοινά σημεία δύο χαρακτήρων που συνέθεταν, σχεδόν από κάθε άλλη άποψη, ένα παράξενο ζευγάρι.

Εκείνη την ώρα, τα βιβλία ήταν κι αυτά μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, μακριά τους. Ο Γρηγόρης καθόταν στην πλακόστρωτη αυλή και ρέμβαζε κοιτώντας προς το πέλαγος. Η Κατερίνα είπε να τον πειράξει λίγο.

Μη μου πεις ότι σου λείπουν τα κιτάπια σου!

Ο Γρηγόρης χαμογέλασε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Εσύ είσαι το κιτάπι μου, ήθελε να της πει, δεν ήξερε όμως αν ήταν αρκετά ρομαντικό κι έτσι το μετάνιωσε και ξεστόμισε κάτι πιο κοινότοπο, κάτι για το δικό τους παραμύθι που θα έγραφαν από δω και πέρα στην κοινή τους ζωή.

Η Κατερίνα φύσηξε τη μύτη της και μπήκε μέσα για να ανάψει το τζάκι. Το κρύο σε λίγο θα δυνάμωνε.


05

Η πρώτη νύξη είχε γίνει τον περασμένο Σεπτέμβριο. Λίγο πριν το δημοψήφισμα κι αυτή, γι' αυτό κι ο Μίμης κρατούσε μικρό καλάθι.

Ο διοπτροφόρος κύριος με το γκρίζο κουστούμι, ενσάρκωση της έννοιας του Υπηρεσιακού Παράγοντα, περιφερόταν στα κεντρικά καταστήματα των μεγάλων τραπεζών, σε αναγνωριστική αποστολή για τη χρηματοδότηση ενός φιλόδοξου έργου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Καραγεώργη Σερβίας και η Κολοκοτρώνη είχαν δει πολλούς Υπηρεσιακούς Παράγοντες, βγαλμένους όλους θαρρείς από το ίδιο καλούπι, πάντα στα γκρίζα ανεξάρτητα από το χρώμα της παράταξης που κυβερνούσε.

Τα πρόσωπα άλλαζαν και η πίτα μοιραζόταν, αλλά το παιχνίδι ήταν απαράλλαχτο. Το Δημόσιο, με τον μανδύα Ιδρυμάτων και αυτόνομων Οργανισμών, έκανε μπίζνες και έπρεπε να δανειστεί. Κάποια από τις τράπεζες θα δάνειζε με ευνοϊκότερους όρους από τις άλλες. Αυτό γινόταν με το αζημίωτο. Το αρμόδιο στέλεχος της τράπεζας ζητούσε το κατιτίς του σε αντάλλαγμα για την εξυπηρέτηση.

Ο άνθρωπος του Υπουργείου Παιδείας δεν έψαχνε για ένα οποιοδήποτε δάνειο. Έφερνε προς συζήτηση ένα πρωτότυπο σύστημα χρηματοδότησης με συνδυασμό εράνου και δανεισμού. Το ποσό του δανείου θα αναπροσαρμοζόταν διαρκώς ανάλογα με το ύψος των συνεισφορών, με στόχο μετά την πρώτη πενταετία τα χρεολύσια να είναι ισόποσα των τόκων από τους εράνους – και ουσιαστικά το δάνειο να αυτοεξυπηρετείται.

Όταν πρωτάκουσε την ιδέα, ο Μίμης Μπούσουλας δεν έκρυψε από τον συνομιλητή του την έκπληξή του. Υποψιάστηκε ότι το σαΐνι της Γραβιάς, όπως ήταν γνωστός σε έναν στενό κύκλο σνομπ οικονομολόγων ο Υπουργός Συντονισμού, ήταν το δίχως άλλο ο εμπνευστής της πρότασης. Προτίμησε όμως να κρατήσει αυτή την εκτίμηση για τον εαυτό του, καθώς μάλιστα πλησίαζε η ώρα να μπουν στο θέμα του κατιτίς.

Εκεί, τα πράγματα ήταν απλά.

Έχω έναν γιο, τελειόφοιτο αρχιτέκτονα. Τον Δεκέμβριο απολύεται και μπαίνει στην παραγωγή. Μπορείτε να τον πάρετε να σας βοηθήσει. Θα βρείτε εσείς τον τρόπο. Θα κάνει καλό, και σε σας και σε κείνον.

Ο Παράγοντας ξερόβηξε.

Ξέρετε… Για ένα τόσο σημαντικό έργο, θα πρέπει να γίνει διαγωνισμός. Αυτή είναι και η προσωπική επιθυμία του κυρίου Προέδρου. Αντιλαμβάνεστε ότι …χμμ!... ο διαγωνισμός αυτός πρόκειται να τύχει της αναλόγου προβολής… και η κριτική επιτροπή συνεπώς δεν μπορεί παρά να αποτελείται από εμπείρους και εγκρίτους μελετητάς. Ένας επιστήμων άπειρος, όσο φέρελπις και αν είναι…

Ο Μπούσουλας τον έκοψε. Μη συνεχίζετε. Σας αντιλαμβάνομαι. Μετά από μικρή παύση, πέρασε στην αντεπίθεση: Θα μπορούσε όμως να συμμετάσχει ο ίδιος στον διαγωνισμό, έτσι δεν είναι;


06

Διαβατήριο έχεις, δεν έχεις;

Ρητορική η ερώτηση, και φυσικά είχε, από μικρό τον έπαιρναν μαζί τους στα ταξίδια του εξωτερικού ο Μίμης και η Σωτηρία.

Αυτή τη φορά, θα πήγαινε μόνος του. Και όχι για τρεις μέρες ή μια βδομάδα. Έναν ολόκληρο μήνα θα έμενε στη Βαρκελώνη.

Ήταν απίστευτο αυτό το πρωτοχρονιάτικο δώρο. Πρωτοχρονιάτικο με μια μέρα καθυστέρηση, αλλά χαλάλι! Ο Παντελής είχε σχεδόν τρελαθεί απ' τη χαρά και την έκπληξή του.

Τη Βαρκελώνη την ήξερε από τη γεωγραφία, η δεύτερη πόλη της Ισπανίας όπως ήταν η Θεσσαλονίκη για την Ελλάδα. Την ήξερε και από την ποδοσφαιρική ομάδα που αποτελούσε αντίπαλο δέος της Ρεάλ. Μα πιο πολύ την είχε ξεχωρίσει, μυθοποιήσει κιόλας, από τα φοιτητικά του χρόνια, αφού γνώριζε πολύ καλά το όνομα και τα έργα του μεγάλου αρχιτέκτονα Αντόνι Γκαουντί. Τη Σαγκράδα Φαμίλια, αυτή τη μυστηριώδη ημιτελή εκκλησία, τον διάκοσμο του πάρκου Γκουέλλ, τα κτίρια στη λεωφόρο Ντε Γκράσια…

Με το μυαλό του φοιτητή, του ονειροπόλου, ίσως η αποστολή του στη Βαρκελώνη να του έφερνε θλίψη. Γιατί το αντικείμενο της πρώτης του δουλειάς δεν είχε καμία σχέση με αυτά τα ονειρικά κτίσματα. Με όλη την συμβολική του σημασία, το κτίριο αυτό ήταν από αρχιτεκτονικής πλευράς πολύ λιγότερο σημαντικό από τα έργα του Γκαουντί, σχεδόν πεζό σε σύγκριση μαζί τους.

Από την άλλη, προσπαθώντας να το σκεφτεί σαν επαγγελματίας, έστω με τη μηδενική του πείρα, καταλάβαινε ότι ήταν τυχερός που η αποστολή του δεν αφορούσε τα έργα των ονείρων του. Θα μπορούσε έτσι να δουλέψει αποστασιοποιημένα και ψυχρά, αφήνοντας τη συγκίνηση για τις ελεύθερες ώρες, που σίγουρα θα έβρισκε, ώστε να επισκεφθεί σαν τουρίστας, θαυμαστής και οπαδός τα αριστουργήματα του μεγάλου αρχιτέκτονα.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Προ των Φώτων - Κεφάλαια 01 έως 03


ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ


01

Σήκω να χορέψεις, Παντελή!

Κι εκείνος σηκώθηκε, υπάκουος. Μπήκε στο χορό κι ακολούθησε τα βήματα, στο ρυθμό του λαούτου και τη μελωδία του βιολιού.

Παντρευόταν η ξαδέρφη του, το Κατερινάκι του Φραγκή. Είχαν φαγωθεί οι γονείς τους να μη γίνει ο γάμος σε δίσεκτη χρονιά. Έτσι ορίστηκε για το βράδυ της πρώτης προς δεύτερη μέρα του Γενάρη. Κι έτσι ο κυρ Βασίλης ο ταβερνιάρης – δεν του κακόπεσε κιόλας να έχει καμιά εκατοστή πελάτες χειμωνιάτικα – γιόρταζε τη γιορτή του μαζί με το χωριό και τα σόγια νύφης και γαμπρού. Πολυπληθέστερα τα πρώτα καθώς ο Γρηγόρης δεν ήταν απ' το νησί, ήταν πατρινός.

Η βραδιά ήταν όμορφη και γλυκειά παρά το καταχείμωνο. Αυτό όμως άργησε να το διαπιστώσει ο Παντελής. Έμεινε πολλές ώρες μέσα. Οι χαιρετούρες, το φαγητό, ο χορός – και στη συνέχεια, για κάμποση ώρα, η κουβέντα με τους φίλους απ' τα παλιά. Τους φίλους που τύχαινε να είναι όλοι τους ξαδέρφια, με γνωριμία που το ξεκίνημά της χάνεται στα βάθη, ή μάλλον τα θολά αβαθή, της παιδικής ηλικίας. Παρέες ανενεργές δέκα μήνες το χρόνο και ολοζώντανες στις καλοκαιρινές διακοπές.

Η αρχική κατανομή στα τραπέζια ήταν κατά οικογένειες, βάσει του τυπικού. Στη συνέχεια εξελίχθηκε κατά το πώς βόλευε τον καθένα. Έτσι ο Παντελής βρέθηκε με τον Νικόλα, το μικρότερο αδερφό του το Σωκράτη και τον άλλο ξάδερφο από την Αθήνα, Νίκος κι αυτός. Κάθησαν σε ένα από τα ακριανά τραπέζια όπου ο θόρυβος ήταν υποφερτός και μιλούσαν για όσα έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια που ο Παντελής, λόγω της θητείας του, δεν ήρθε για το καθιερωμένο καλοκαιρινό διάλειμμα – που όλα τα άλλα χρόνια πραγματοποιούσε ανελλιπώς, ακόμη και στα φοιτητικά χρόνια με το πολύ διάβασμα.

Μέσα σε δύο χρόνια κάποια πράγματα συνεχίζονταν όπως παλιά και κάποια είχαν αλλάξει. Ο κόσμος συνέχιζε να φεύγει από το νησί, μετανάστες στην πρωτεύουσα και στο εξωτερικό. Λιγότεροι απ' ό,τι παλιότερα αλλά περισσότεροι απ' όσους γύριζαν. Ώς πότε; Κι όμως, κάτι είχε αρχίσει να κινείται, επενδύσεις που θα κρατούσαν κόσμο ή θα' φερναν καινούργιο. Όχι ακριβώς επενδύσεις, όχι ζεστό χρήμα ακόμη, προς το παρόν εξαγγελίες. Και ελπίδα.

Το Ξενία, για παράδειγμα, ήταν ήδη στα θεμέλια. Το γνώριμο ερειπωμένο μέγαρο της παραλίας, το στοιχειωμένο σήμα κατατεθέν της πρωτεύουσας του νησιού, δεν υπήρχε πια. Το είχε προσέξει ο Παντελής φτάνοντας με τους γονείς του, κι ο πατέρας του τού εξήγησε ποιος ήταν ο λόγος της κατεδάφισης.

Τα υπόλοιπα – η καινούργια στρατιωτική μονάδα και η μαρίνα δίπλα στο παλιό λιμάνι – ήταν στα χαρτιά ή μάλλον στα λόγια. Και τα λόγια γεννούσαν λόγια – τις υποσχέσεις των κυβερνητικών παραγόντων ακολούθησαν οι μεγαλοστομίες και οι σπέκουλες των φιλόδοξων, ή καλύτερα μωροφιλόδοξων, ντόπιων.

Εγώ τον έπεισα το Νομάρχη! καυχιόταν δεξιά κι αριστερά ο Λάκης, ένας από τους επίδοξους μπίζνεσμεν της μικρής κοινωνίας. Διά στόματος Νικόλα και Σωκράτη οι φανφαρόνοι του νησιού κατόρθωναν, χωρίς να το ξέρουν, να διασκεδάζουν την παρέα του ακριανού τραπεζιού.

Από κάποιο σημείο και μετά όμως η κουβέντα έπαψε να είναι διασκεδαστική.

Γιατί αυτό που δήθεν έπεισε ο Λάκης τον Νομάρχη να κάνει, ήταν η μετονομασία ενός οικισμού. Η Τουρκόβρυση, είτε εξαιτίας του Λάκη είτε το πιθανότερο όχι, είχε γίνει Δροσιά, επί το τουριστικότερον και ελληνοπρεπέστερον.

Πότε; ρώτησε ο Παντελής.

Το Σεπτέμβρη που μας πέρασε. Λίγο πριν το δημοψήφισμα, είπε ο Νικόλας και αμέσως δαγκώθηκε. Του φάνηκε ότι ακούστηκε και παραδίπλα, καθώς εκείνη την ώρα οι μουσικοί είχαν σταματήσει να πάρουν μια ανάσα. Κατά τα φαινόμενα όμως κανείς δεν τους πρόσεξε, κι έτσι η κουβέντα συνεχίστηκε μετά από μια στιγμιαία αμηχανία.

Το Τουρκολίμανο στον Πειραιά το ξέρετε; ρώτησε τους υπόλοιπους ο Παντελής. Κι αυτό άλλαξε πέρσι, έγινε Μικρολίμανο. Κι εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τον πατέρα του που ανέφερε τα Τουρκοβούνια, μιλώντας την περασμένη βδομάδα με κάποιον στο τηλέφωνο. Ώρα είναι ν' αλλάξουν κι αυτά, σκέφτηκε.

Καλά κάνανε και τ΄αλλάξανε, είπαν σχεδόν με ένα στόμα ο Νικόλας και ο Νίκος ο αθηναίος. Ο Σωκράτης έμεινε σιωπηλός. Ο Παντελής διαφωνούσε. Οι Νικολήδες το πήραν ζεστά. Σάματι αυτοί απέναντι έχουνε Ελληνόβρυση και Ελληνολίμανο; Τα ξυρίσανε όλα αυτά, με τον Κεμάλ. Εμείς γιατί να τους τιμήσουμε; Τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένη την είχαν την Ελλάδα.

Η συζήτηση δεν μπορούσε να συνεχιστεί σε ψύχραιμο τόνο. Ο Παντελής κοίταξε προς το Σωκράτη, που είχε το βλέμμα γυρισμένο προς το τραπέζι των νεονύμφων και έκανε πως δεν άκουγε. Αποφάσισε να σιωπήσει και ο ίδιος. Όμως τα άλλα δύο ξαδέρφια συνέχισαν, με γεμάτα για πολλοστή φορά τα ποτήρια τους. Το κρασί έρεε, το ίδιο και τα επιχειρήματα. Το βιολί και το λαούτο ξανάρχισαν. Την τιμητική του είχε ο παππούς όλων, ο μακαρίτης ο μπαρμπα-Νικολός, που είχε πολεμήσει τους κατακτητές. Η διπλανή παρέα σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει τον μπάλο. Η συζήτηση φούντωνε, τα όργανα έπαιζαν όλο και πιο γρήγορα, σαν να συμμετείχαν κι αυτά. Ο Νικόλας και ο Νίκος σιγοντάριζαν ο ένας τον άλλο, μιλούσαν για τους ήρωες και τους προδότες, για τις εποποιίες και την καταστροφή, και φυσικά έφτασαν και στη χρονιά ορόσημο, τη χρονιά που παραλίγο να τουρκέψει το νησί. Το βιολί είχε πάρει φωτιά, τα πόδια των χορευτών είχαν πάρει φωτιά, όλα ήταν μια φωτιά, σήκω να χορέψεις Παντελή, ξανακούστηκε η φωνή, ο Παντελής σηκώθηκε αλλά όχι για να χορέψει. Βγήκε έξω για να κάνει τσιγάρο. Άνοιξε την πόρτα και τη στιγμή που έβγαινε του φάνηκε ότι έβλεπε μπροστά του ένα τεράστιο εικοσιδύο – και δεν ήταν απ' το πακέτο των τσιγάρων.


02

Η κατάρα του πρεβεζάνου είναι οι δύο θάλασσες.

Απ' όσα είχε ακούσει για τη γενέτειρά του, ο Κώστας Κωστάλας τούτο μόνο είχε συγκρατήσει. Δυο θάλασσες, δυο περάσματα χωρίζουν την πόλη αυτή απ' το κοντινότερο νησί, κι ας είναι η πραγματική απόσταση μόλις λίγα χιλιόμετρα. Δύο πορθμεία χρειάζεται κανείς για να φτάσει στην Αθήνα, εκτός αν κάνει το γύρο του Αμβρακικού και στριμωχτεί στις φουρκέτες των Σαλώνων και του Χρισσού. Αυτά για τους ντόπιους που θέλουν να φύγουν. Όσο για τους άλλους που είναι να 'ρθούν – δεν υπάρχουν και πολλοί από δαύτους. Στην ξενιτιά του ο Κώστας έβλεπε αραιά και πού φωτογραφίες από τη Ρόδο, την Κέρκυρα, τουριστικούς προορισμούς σε καρτ ποστάλ, ημερολόγια και αφίσες ταξιδιωτικών πρακτορείων. Η Πρέβεζα όμως παρέμενε μια μαγική εικόνα, μια πόλη καταδικασμένη να κουβαλάει το βαρύ φορτίο της αυτοκτονίας ενός άλλου Κώστα. Στον Πολύβιο, το ελληνικό εστιατόριο όπου εργαζόταν σαν υπεύθυνος προμηθειών και αρχισερβιτόρος, ήταν δηλαδή η ψυχή του μαγαζιού, έβλεπε δεκάδες συμπατριώτες κάθε μέρα, δεν θυμόταν όμως ποτέ κανέναν τους να μιλάει για την Πρέβεζα, πόσω μάλλον να την αναφέρει σαν προορισμό.

Η κουβέντα για τις δύο θάλασσες ερχόταν αρκετά συχνά στο μυαλό του. Και συγκεκριμένα, κάθε φορά που περνούσε από τον δρόμο με τα ταξιδιωτικά γραφεία, και μάλιστα εκείνα τα δύο-τρία που ειδικεύονταν στις διακοπές στην Ελλάδα, με το Ποντικονήσι και τους ανεμόμυλους της Μυκόνου στις αφίσες τους. Δυο φορές τη βδομάδα έκανε αυτή τη διαδρομή, πηγαίνοντας για παραγγελίες, τακτοποίηση λογαριασμών και λοιπές εξωτερικές δουλειές. Το ίδιο κι εκείνο το πρωί, δεύτερη μέρα του Γενάρη, με τους δρόμους της Ζυρίχης ξανά γεμάτους από κόσμο μετά το διάλειμμα της Πρωτοχρονιάς. Εκείνη τη μέρα το μυαλό του, χαλαρωμένο από την ξεκούραση της προηγούμενης μέρας, δούλευε διαφορετικά. Η σκέψη του έμεινε λίγο παραπάνω στην πατρίδα του, και πήγε και λίγο παραπέρα, στις περιπλανήσεις του, στις χώρες που γνώρισε, στην άφιξή του ένα βροχερό απόγευμα στο σταθμό του τραίνου – εκεί κοντά ήταν κι αυτός, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Πολύβιο.

Οι δύο θάλασσες ήταν μακριά – για πόσο ακόμα; Ο Κώστας ήταν σίγουρος ότι σύντομα θα λάβαινε το μήνυμα. Με τον ίδιο τρόπο που το είχε λάβει στην Πράγα, στο Λένινγκραντ, στη Σωζόπολη. Κάτι μέσα του έλεγε ότι σύντομα την πατρίδα δεν θα την έβλεπε πια μέσα από τα πόστερ.


03

Ουλούρμι;

Ποτέ δεν κατάλαβε εντελώς ο Παντελής αυτή την έκφραση. Ήξερε ότι σημαίνει κάτι σαν Απίστευτο! ή Τι λες; - η ετυμολογία της όμως του διέφευγε. Την έλεγαν όλοι οι ντόπιοι, την έμαθε κι αυτός με τόσα καλοκαίρια. Η διάλεκτος του νησιού ήταν ιδιότυπη. Στο τάβλι όμως, η γλώσσα του σώματος ήταν παντού η ίδια. Ο νικητής έπρεπε να κλείσει το τάβλι με δύναμη και να το δώσει στο χαμένο, για να το πάρει κάτω από τη μασχάλη – να πάει σπίτι του να μάθει. Αυτό έκανε μετά τη νίκη του, πέντε-τρία, ο Νίκος στον Παντελή, κάτω από τα τρανταχτά γέλια και των δυο τους.

Το τάβλι καθαρίζει το μυαλό. Τα δύο απανωτά ξενύχτια, ένα για την πρωτοχρονιά κι ένα για το γάμο, βάραιναν πολύ τα βλέφαρα εκείνο το πρωί. Τρόπος του λέγειν πρωί. Δωδεκάμισι είχε πάει. Σε δύο ώρες έφευγε το πλοίο της επιστροφής. Για τον Παντελή όμως μόνο – ο Νίκος θα' μενε κι άλλο, τα ξαδέρφια είχαν ήδη ξαναμπεί στην καθημερινότητα, πίσω στις δουλειές τους.

Επιστροφή για τον Παντελή – και τους γονείς του μαζί. Την κυρία Σωτηρία Μπούσουλα, το γένος Φραγκή, αδελφή του Τάκη του Φραγκή – και τον κύριο Μίμη, υψηλόβαθμο τραπεζικό, που εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα στην οδό Σταδίου. Άλλα παιδιά δεν είχαν, το πρώτο παιδί της Σωτηρίας είχε πεθάνει ασαράντιστο, τρία χρόνια πριν τον Παντελή.

Ο Μίμης έδειχνε προβληματισμένος. Αυτή την εντύπωση είχε για τον πατέρα του ο Παντελής ήδη από τον πηγαιμό στο νησί. Τώρα, μετά την αναχώρηση και αφού τέλειωσαν οι χαιρετούρες και ο απόηχος του γλεντιού, το αίσθημα αυτό ήταν εντονότερο.

Έφτασες κιόλας στη Σταδίου; Ο Παντελής είπε να πειράξει λίγο τον πατέρα του, δεν μπορούσε να τον βλέπει βυθισμένο σε σκέψεις, ακόμα δε φύγανε.

Αντί για άλλη απάντηση, ο Μίμης πήρε απαλά τον γιο του απ' το μπράτσο και περπάτησαν αργά προς το μπροστινό σαλόνι του καραβιού. Όσο ήταν ακόμη στο διάδρομο, του είπε ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά: Δε μ' απασχολεί η Τράπεζα τώρα. Αλλά τι;

Σοβάρεψαν τα πράγματα, ο Μίμης άναψε τσιγάρο. Στην ερώτηση απάντησε με ερώτηση. Θες ν' αρχίσεις την καριέρα σου από το εξωτερικό;

Πατέρα, του απάντησε, δεν είσαι στη Σταδίου μου φαίνεται. Στου κυρ Βασίλη είσαι και γλεντάς. Τον κοίταξε και είδε πάνω του το βλέμμα του, το γνωστό ύφος που δε σήκωνε αστεία.

Μα καλά, ήταν δυνατόν; Ουλούρμι; Ακόμη δεν είχε πάρει στα χέρια του την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ένας άβγαλτος αρχιτέκτονας ήταν, λάθος – απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής, φρέσκος από το στρατό και με εμπειρία μηδέν. Ποιο εξωτερικό;

Κάτσε να σ' τα πω απ' την αρχή.