Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ - Κεφάλαια 14 & 15


Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ


14

Την ώρα που ξύπνησε ο Παντελής, το τραίνο περνούσε δίπλα στον Έβρο.

Ήταν απόγευμα και οι τελευταίες ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου φώτιζαν την απέναντι όχθη. Αργά ή γρήγορα κάποιο γεφύρι θα περνούσε και τους ίδιους απέναντι. Κανείς δεν θα τους ζητούσε διαβατήριο – δεν βρίσκονταν στο Πύθιο – αλλά και ο ιβηρικός Έβρος, όπως ο βαλκανικός (δασυνόμενος) συνονόματός του, ήταν κι αυτός με τον τρόπο του ένα σύνορο, και το κάθε γεφύρι του ένα πέρασμα σε μια άλλη χώρα μέσα στην ίδια χώρα.

Αυτό δεν ήταν άμεσα φανερό στον επισκέπτη ούτε συζητιόταν ανοικτά από τους ισπανούς. Ο Παντελής, αν και ταλαιπωρημένος, με το που ξύπνησε συνειδητοποίησε ότι ο ποταμός ήταν ο Έβρος – δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Έβρο – αλλά την είσοδο στην Καταλονία δεν την έβλεπε παρά σαν την είσοδο στην ελληνική Μακεδονία ή τη Θράκη. Ένα από τα πολλά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Στο σταθμό του Σαντς στη Βαρκελώνη ανέμιζε η ίδια σημαία, κόκκινη πάνω και κάτω και κίτρινη στη μέση, με αυτή που είχε δει το ίδιο πρωί σε διάφορα σημεία της Μαδρίτης, στη διαδρομή του από το ξενοδοχείο προς την ελληνική πρεσβεία και από εκεί προς τον σταθμό Τσαμαρτίν για να προλάβει το τραίνο των 10:10.

Αποφάσισε να μην κλείσει σπάταλα την πρώτη μέρα παραμονής του στην Ισπανία και γι' αυτό προτίμησε να μην πάρει ταξί – όπως αναγκάστηκε να κάνει το πρωί στη Μαδρίτη για να προλάβει το τραίνο – αλλά να μπει σε ένα λεωφορείο και να κατεβεί στη Γκραν Βία, στο ύψος των Ράμπλας. Από 'κεί, σύμφωνα με το χάρτη του, το ξενοδοχείο της οδού Βιγιαροέλ δεν απείχε περισσότερο από δέκα λεπτά με τα πόδια. Η βαλίτσα του ήταν ήδη βαριά όταν πέταξε από το Ελληνικό, κι έγινε ακόμη βαρύτερη με το μικρό κιβώτιο που προστέθηκε σ' αυτή μετά την επίσκεψή του στην πρεσβεία, αλλά εκείνος θα άντεχε.

Έκανε όμως λογαριασμούς χωρίς τον ξενοδόχο, όχι τον πραγματικό, που αποδείχτηκε εξυπηρετικότατος, αλλά με τη μεταφορική έννοια, δηλαδή τον καιρό. Η μπόρα ξέσπασε περίπου τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο της Γκραν Βία. Το θεωρητικό του δεκάλεπτο έγινε τουλάχιστον ημίωρο, καθώς όχι μόνο περιορίστηκε η ταχύτητά του αλλά προς στιγμήν έχασε και τον προσανατολισμό του. Ευτυχώς η ρυμοτομία του Εϊσάμπλε, της εκτός των τειχών Βαρκελώνης, ήταν ιπποδάμεια με οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Και η επιγραφή του ξενοδοχείου ήταν για τον Παντελή όπως ο πράσινος και ο κόκκινος φάρος στην είσοδο ενός λιμανιού.

Οι τυπικότητες κράτησαν ελάχιστα – μόνο το διαβατήριο χρειάστηκε να αφήσει – και σύντομα ο Παντελής βρισκόταν στο δωμάτιό του, έτοιμος να κάνει μπάνιο και να πάρει μια ανάσα πριν από το βραδινό φαγητό και τον ύπνο. Κάπου εκεί ανάμεσα έπρεπε να βρει και το χρόνο να ανοίξει το κιβώτιο. Υπήρχε, ευτυχώς, κάτι που τον ανακούφιζε. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους μεσογειακούς γονείς, ακόμη και μεγαλύτερων παιδιών, ο Μίμης και η Σωτηρία Μπούσουλα δεν είχαν ζητήσει από τον γιο τους να τους τηλεφωνήσει μόλις φτάσει. Ήξεραν ότι θα το κάνει ο ίδιος μόλις ευκαιρήσει. Ένα άγχος λιγότερο.


15

Μια ώρα μπροστά ήταν η Αθήνα από τη Βαρκελώνη, μια ώρα νωρίτερα έκλεινε ο κύκλος της ημέρας εκεί, της πρώτης εργάσιμης μέσα στο '69 για την Κατερίνα και τον Γρηγόρη. Μιας μέρας-βουνό, στο τέλος της οποίας δεν υπήρχε όρεξη ούτε καν για διάβασμα – τέτοια η κούραση από την επιστροφή στο μεροκάματο, τα αφεντικά και των δύο τους είχαν κατανόηση αλλά η δουλειά ήταν δουλειά. Οι απογευματινές εφημερίδες κυκλοφορούσαν με πλούσιες εκδόσεις, είχε προηγηθεί η αργία των Φώτων αλλά και η σημαντική επικαιρότητα με την οποία ξεκίνησε η καινούργια χρονιά.

Ο αεροπειρατής της Κρήτης, ο κρητικός με το μαύρο πουκάμισο, ήταν στο στόμα όλων. Το πολυσύλλαβο επώνυμό του λίγοι το είχαν συγκρατήσει. Το παρατσούκλι του όμως, αγνώστου εμπνεύσεως, είχε κάνει το γύρο της Αθήνας, ίσως και της χώρας ολόκληρης:

Μαυροπουκαμισάκης!

Η επικαιρότητα ήταν παντού, για την ακρίβεια η γραφικότερη πλευρά της, παραποιημένη είτε σκόπιμα από τους καθοδηγητές της κοινής γνώμης είτε υποσυνείδητα από την ίδια την κοινή γνώμη, αμήχανοι και οι μεν και η δε από το πρωτοφανές για τα ελληνικά χρονικά γεγονός της αεροπειρατείας. Εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον η μισή Αθήνα θα στοιχημάτιζε ότι ο αεροπειρατής με το αξιομνημόνευτο επώνυμο θα γινόταν νούμερο στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις, αν όχι και κινηματογραφική ταινία. Είχαν κυκλοφορήσει και κάποια ανέκδοτα, χωρίς αξιώσεις μακροβιότητας όπως σχεδόν όλα τα εμπνευσμένα από την εκάστοτε επικαιρότητα χωρατά, τα άκουσαν κι οι δυο τους – Γρηγόρης και Κατερίνα – από πελάτες και συναδέλφους.

Καθώς προσπαθούσε να χαλαρώσει, ο Γρηγόρης δεν είχε όρεξη να τα ξανακούσει την ώρα του βραδινού φαγητού και γι' αυτό έκοψε την Κατερίνα που, κι εκείνη για να χαλαρώσει, θεώρησε καλό να του τα μεταφέρει. Ο Γρηγόρης θύμωσε με τον εαυτό του γιατί συνειδητοποίησε ότι δεν είχε όρεξη ούτε για κουβέντα, ούτε για φαΐ, ούτε για διάβασμα.

Ακόμα περισσότερο όμως θύμωσε με αυτό που είδε βγαίνοντας από το μπάνιο. Την Κατερίνα σπάνια την έβλεπε να διαβάζει εφημερίδα – και ακόμα πιο σπάνια, να κοιτάζει με τόσο θαυμασμό την φωτογραφία ενός άνδρα. Όπως έκανε εκείνη τη στιγμή, με την φωτογραφία του Μαυροπουκαμισάκη.

Πριν να πέσει για ύπνο, βγήκε για λίγο στο μικρό μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας, αυτό που έβλεπε προς τον ακάλυπτο, κοίταξε τριγύρω, δεν είχε και πολλά να δει παρά μόνο παρόμοια μικρά μπαλκόνια και μια μικρή φέτα ουρανό, συννεφιασμένη και βλοσυρή όπως εκείνος.

Κεφάλαιο 13


13

Κρόιτς ιν βάσερ, λόιτε ιν βάσερ! Φώτα, λίχτερ, φερστέεν;

Με απλοϊκά γερμανικά, ο βοηθός του Κώστα προσπαθούσε να εξηγήσει στον νεαρό ισπανό το ορθόδοξο έθιμο των Θεοφανείων, με τη βουτιά για το σταυρό. Εκείνος έδειξε να διασκεδάζει πιο πολύ με τον συνδυασμό λέξεων και χειρονομιών του σερβιτόρου του Πολύβιου παρά με το περιεχόμενο της περιγραφής του, το οποίο ανέλαβε αργότερα να εξηγήσει με πιο συγκροτημένο τρόπο ο ίδιος ο Κωστάλας. Οι απανταχού ελληνορθόδοξοι πήγαιναν σε όποια θάλασσα, σε όποια λίμνη, σε όποιο ποτάμι ήταν κοντά τους. Οι έλληνες της Ελβετίας δεν αποτελούσαν εξαίρεση, οι λίμνες αυτής της χώρας – αν και ασύγκριτα πιο ψυχρές από τα μεσογειακά νερά – φιλοξενούσαν κάθε χρόνο την ίδια μέρα το πατροπαράδοτο έθιμο.

Δυστυχώς ο ισπανός δεν θα μπορούσε να είναι μαζί τους το επόμενο πρωί. Οι χειμερινές διακοπές του τελείωναν και έπρεπε να γυρίσει στη Βαλένθια και τις σπουδές του. Βεβαίωνε τον Κώστα ότι πραγματικά θα ήθελε να δει την ελληνική εκδοχή των Θεοφανείων, μια και θα τον ενδιέφερε να μάθει και άλλα πράγματα για την Ελλάδα πέρα από την γνώριμη σε όλο τον κόσμο κλασική της αρχαιότητα.

Ήλπιζε ότι την επόμενη χρονιά θα έμενε και την έκτη Ιανουαρίου στη Ζυρίχη, μια πόλη που – όπως είπε στον Κωστάλα – αληθινά λάτρευε. Είχε έρθει μικρός αρκετές φορές μαζί με τους εύπορους γονείς του. Ονειρευόταν κάποτε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Μόνιμα, όχι με την αγροτική έννοια αλλά έχοντας την ελβετική μητρόπολη ως ορμητήριο για τα φιλόδοξα σχέδιά του. Σπούδαζε αρχιτέκτονας και είχε μεγάλα όνειρα για τον εαυτό του. Δεν το είπε τόσο ξεκάθαρα στον Κωστάλα, εκείνος όμως κατάλαβε.

Κι εκείνος, ο Κωστάλας, συμπαθούσε τη Ζυρίχη, αν και η εγκατάστασή του σ' αυτή δεν είχε την ανεμελιά του νεαρού πελάτη του. Ήταν αυτονόητο ότι δεν θα εκμυστηρευόταν σε πελάτη του το πώς κατέληξε στην Ελβετία, μετά από χρόνια ολόκληρα περιπλανήσεων στο ανατολικό μπλοκ. Προς αποφυγή πολιτικών συνειρμών, του είπε ότι βρισκόταν ήδη τέσσερα χρόνια στη Ζυρίχη, ενώ στην πραγματικότητα είχε φτάσει στις αρχές του '68, δηλαδή δεν είχε καν κλείσει χρόνο. Και απλά του είπε ότι πριν έρθει στην Ελβετία είχε ζήσει και σε άλλες χώρες, παραλείποντας να σημειώσει ότι η πλησιέστερη σε όλες αυτές, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά, ήταν η Τσεχοσλοβακία.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαια 10 έως 12


10

Ο Μίμης είχε μια μικρή αγωνία, αλλά την κράτησε για τον εαυτό του. Το ραδιόφωνο συνέχιζε να παίζει τις προγραμματισμένες εκπομπές, όλα έβαιναν κανονικά, κι αυτό ακριβώς τον φόβιζε. Το προ των Φώτων εξέπνεε, μία και σήμερα, και ανακοίνωση καμία. Η αεροπειρατεία απ' ό,τι φαίνεται είχε φέρει τα πάνω κάτω.

Ο Μίμης δεν άντεξε κι έκανε, μέσα του φυσικά, τον ειρωνικό συνειρμό. Τον περασμένο Απρίλιο ήταν ο Θεός της Ελλάδος που έδωσε στην μπασκετική ΑΕΚ το Κυπελλούχων στο Στάδιο. Τον Αύγουστο ήταν ο φιλέλλην Θεός που έσωσε τον πρωθυπουργό από τον εκρηκτικό μηχανισμό στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης. Τώρα που η αεροπειρατεία έληξε αισίως, ήταν σχεδόν μαθηματικά βέβαιο ότι θα γινόταν η σχετική μεταφυσική αναφορά. Αν ήμουν στη θέση του, θα τα συνδύαζα περίφημα. Δεν ήταν όμως στη θέση του και γι' αυτό δεν είχε καμία βεβαιότητα για το αν η επικαιρότητα θα επισκίαζε τα όσα ήταν, υποτίθεται, προγραμματισμένα.

Όταν επιτέλους έγινε η έκτακτη σύνδεση και ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού, η καρδιά του Μίμη άρχισε να χτυπά δυνατότερα. Από τα πρώτα κιόλας λόγια σχημάτισε την εντύπωση ότι η ομιλία θα ήταν δύο τρίτα αυτοσχεδιασμός και ένα τρίτο κείμενο, ξεκινώντας από τον αυτοσχεδιασμό. Ήταν αποφασισμένος να κάνει υπομονή.

…Όταν ένας κυβερνήτης έχη την ευθύνην ενός αριθμού ανθρώπων, που τους έχει επάνω εις το αεροπλάνον, και τίθεται προ του διλήμματος ν' αντιδράση εις τον ερχόμενον με ένα όπλον, που ημπορεί να είναι και αγιοβασιλιάτικον… Ο Μίμης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.

Η ομιλία συνεχιζόταν: …Ημπορούμεν να ξέρωμεν ότι κανείς δεν φέρει όπλον, έστω και εάν το όπλον του είναι σουγιάς; Θα έπρεπε όλους να τους γυμνώνωμεν από επάνω έως κάτω… Ο Μίμης σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βαδίζει νευρικά.

Κάποια στιγμή φάνηκαν να τελειώνουν οι αυτοσχεδιασμοί. Ήταν η ώρα για την ανακοίνωση-σεισμό. Και πράγματι:

Το Τάμα του Έθνους, μια νέα εκκλησία αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, επρόκειτο να κατασκευαστεί στον λόφο των Τουρκοβουνίων. Το τάμα ήταν μια υπόσχεση που είχε δοθεί από τους αγωνιστές της εθνικής ανεξαρτησίας κατά την τέταρτη εθνοσυνέλευση στο Άργος, το 1829. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Σωτήρα Χριστό, που σίγουρα είχε βάλει το χεράκι του για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, οι ήρωες του '21 είχαν τάξει έναν υπέρλαμπρο ναό, που όμως – κατά τον πρωθυπουργό – δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Μετά από 140 χρόνια, η Εθνική Κυβέρνησις ήταν αποφασισμένη να εκπληρώσει αυτήν την οφειλή, με τη βοήθεια όλων των Ελλήνων Χριστιανών.

Η βοήθεια στην οποία αναφερόταν ο πρωθυπουργός ήταν φυσικά οικονομική. Μίλησε για τον έρανο, χωρίς να αναφέρει στοιχεία του ειδικού τραπεζικού λογαριασμού, τα οποία ο ελληνικός λαός θα μάθαινε εν ευθέτω χρόνω διά του Τύπου. Μίλησε επίσης και για τον οβολόν του Έλληνος, χωρίς να μπαίνει σε δυσάρεστες λεπτομέρειες περί εισφορών, κρατήσεων, τελών, φόρων και λοιπών συνωνύμων της λέξης οβολός. Κι όταν έγινε λόγος για το αυτόνομον ίδρυμα, ο Μίμης έφερε στο νου του τον γκρίζο Υπηρεσιακό Παράγοντα του Υπουργείου Παιδείας.


11

Οι συνειρμοί του καθενός ήταν διαφορετικοί. Ο Γρηγόρης, για παράδειγμα, ακούγοντας για το αυτόνομον ίδρυμα θυμήθηκε τον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό, τον πανταχού παρόντα στην οικονομική δραστηριότητα της γενέτειράς του. Αυτό που σκέφτηκε του φάνηκε υπερβολικά αφελές και αταίριαστο με την περίσταση, κι έτσι προτίμησε να μη μοιραστεί τίποτα με την Κατερίνα και τα ξαδέρφια της, που άκουγαν την ομιλία από το ραδιόφωνο του καφενείου.

Η Κατερίνα δεν έκανε κανένα συνειρμό. Το ζήτημα ήταν θρησκευτικό και άρα, εξ ορισμού, πολύ σοβαρό για να παίξει κανείς.

Κι ο Νικόλας απ' τη θρησκευτική πλευρά το είδε. Στην πιο πρακτική της έκφραση όμως. Μεταμόρφωση ήταν ένα ξωκλήσι στο νησί. Φαντάστηκε τον πρωθυπουργό ή έστω τον Νομάρχη να ανακοινώνει έρανο για την ανακατασκευή αυτής της Μεταμόρφωσης. Μετά σκέφτηκε ότι η φαντασία του ήταν μεγάλη κι αυτό ίσως ήταν κακό.

Ο Σωκράτης έτρωγε τα νύχια του, από συνήθεια και όχι για κάποιο λόγο της στιγμής. Εκείνος όταν άκουσε για αυτονομία σκέφτηκε το εικοσιδύο. Κι αμέσως μετά θυμήθηκε την κουβέντα στο τραπέζι του γάμου. Θύμωσε με τον εαυτό του, ένιωσε να κοκκινίζει. Τι πράγματα ήταν αυτά που κάθονταν και συζητούσαν, πάλι καλά που ήταν σε οικογενειακό κύκλο αν και ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις. Δεν ήταν εποχή για μπλεξίματα.


12

Το επόμενο κιόλας πρωί, παρότι ήταν Κυριακή, το Γραφείου Τύπου της κυβέρνησης ξεκίνησε την ενημέρωση προς τις δημόσιες υπηρεσίες και τις ξένες πρεσβείες, στέλνοντάς τους με τηλέτυπο το ακριβές κείμενο της ομιλίας του πρωθυπουργού. Δεν θα ενημερώνονταν βέβαια όλοι οι παραλήπτες την ίδια ώρα. Υπήρχαν προτεραιότητες. Το μήνυμα προς τη Μαδρίτη ήταν από τα πρώτα που έφυγαν.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαια 07 έως 09


07

Δεν πρόλαβε να επιστρέψει στον Πολύβιο ο Κώστας και αναγκάστηκε να βάλει τις φωνές.

Η σκηνή σίγουρα δεν άρμοζε σε εστιατόριο που σε δέκα λεπτά ήταν προγραμματισμένο να ανοίξει για τη μεσημεριανή του πελατεία.

Τρεις άνθρωποι είχαν κάνει πηγαδάκι μπροστά στον πάγκο και συζητούσαν έντονα. Ο βοηθός του, ο μάγειρας και η λατζέρισσα.

Ο Φίλιππας ο μάγειρας ανέλαβε τις εξηγήσεις, ενώ παράλληλα άρχισε να βαδίζει προς την κουζίνα. Χίλια συγγνώμη, δίκιο έχεις αφεντικό ότι και να πεις. Είχαν όμως ακούσει στο ραδιόφωνο την είδηση της αεροπειρατείας σε ελληνικό αεροπλάνο. Ναι, αεροπειρατείας, στα καλά καθούμενα πρωτοχρονιάτικα.

Το γερμανόφωνο δελτίο ειδήσεων δεν είχε δώσει λεπτομέρειες, παρά μόνο ότι επρόκειτο για εσωτερική πτήση της Ολυμπιακής που είχε καταλήξει στο Κάιρο.

Αφού διαπίστωσε ότι ούτε ο Φίλιππας ούτε οι άλλοι δύο γνώριζαν κάτι παραπάνω, ο Κώστας βγήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε στον κοντινότερο τηλεφωνικό θάλαμο.


08

Ο Υπηρεσιακός Παράγοντας, μετά τις πρώτες υποσχέσεις για ευόδωση του αυτοεξυπηρετούμενου δανείου, άρχισε σε αντάλλαγμα να διοχετεύει στον Μίμη Μπούσουλα πληροφορίες σχετικά με τον επικείμενο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Το υπό σύσταση ίδρυμα επρόκειτο να καλύψει όλα τα έξοδα των πέντε υποψηφίων με τη μεγαλύτερη βαθμολογία και να δώσει χρηματικά έπαθλα στον δεύτερο και τρίτο. Ο διαγωνισμός θα γινόταν βάσει της προμελέτης του ιδρύματος, ένα αντίγραφο της οποίας έφτασε σ' ένα φάκελο που δόθηκε χέρι με χέρι στη Σωτηρία Μπούσουλα, στην πόρτα του σπιτιού της, από τον ίδιο τον Παράγοντα. Η προμελέτη ήταν δακτυλογραφημένη σε κίτρινο χαρτί και είχε τρία κεφάλαια.

Το πρώτο κεφάλαιο, με εξίμιση σελίδες, αναφερόταν στην Τέταρτη Εθνοσυνέλευση του Άργους, το 1829. Παρότι τα αυθεντικά Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης είχαν χαθεί, υπήρχε μια αναφορά στη θεματολογία της, η οποία ήταν λίγο έως πολύ γνωστή από ιστορικές πηγές.

Το δεύτερο κεφάλαιο δεν είχε κείμενο, παρά μόνο ένα πλαίσιο με χάρτη της κεντρικής Αθήνας και με την εξής μόνη αναγραφή: ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΟΥΡΚΟΒΟΥΝΙΑ, πάνω από μια διάταξη ισοϋψών καμπυλών. Πιο κάτω φαίνονταν κι άλλες ισοϋψείς που σίγουρα αντιστοιχούσαν στο Λυκαβηττό, την Ακρόπολη και τους άλλους λόφους της Πρωτεύουσας, χωρίς όμως λεζάντα.

Το τρίτο κεφάλαιο, με τρεις σελίδες, παρέθετε τα επιθυμητά χαρακτηριστικά του κτίσματος-αντικειμένου του διαγωνισμού και απαριθμούσε παρόμοια μνημεία σε διάφορες άλλες πόλεις του κόσμου. Η προμελέτη έκλεινε με μια φράση κλεμμένη από τη βενιζελική Μεγάλη Ελλάδα, κοινότοπη αλλά όχι εντελώς αταίριαστη με το θέμα:

Η ΕΛΛΑΣ ΠΡΟΩΡΙΣΤΑΙ ΝΑ ΖΗΣΗ ΚΑΙ ΘΑ ΖΗΣΗ!

Ο Μίμης Μπούσουλας, διαβάζοντας την προμελέτη το ίδιο βράδυ μετά την παραλαβή της από τη γυναίκα του, δεν εντυπωσιάστηκε τόσο από την ηρωική κατακλείδα αλλά από το γεγονός ότι κάποιος, το δίχως άλλο ο Υπηρεσιακός Παράγοντας, είχε υπογραμμίσει με πράσινο στυλό και διπλή γραμμή την πόλη Βαρκελώνη.

Όταν, στις αρχές Δεκεμβρίου, ο Παράγοντας πληροφόρησε τον Μίμη ότι ο κύριος Πρόεδρος θα πραγματοποιούσε την εξαγγελία του τις πρώτες μέρες του 1969 και σε κάθε περίπτωση προ των Φώτων, ο Μίμης έσπευσε να κλείσει το αεροπορικό εισιτήριο για τον γιο του και να στείλει τηλεγράφημα σε έναν άγνωστό του παραλήπτη στη Μαδρίτη, ο οποίος θα φρόντιζε για τα υπόλοιπα. Το εισιτήριο είχε ημερομηνία 6 Ιανουαρίου. Δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι νωρίτερα, αφού ο Υπηρεσιακός Παράγοντας ήταν απόλυτος: Απαραίτητη προϋπόθεση για την κάλυψη των εξόδων ήταν να έπωνται της πρωθυπουργικής ανακοινώσεως.


09

Η καινούργια χρονιά είχε μπει με τον πλέον δυναμικό τρόπο στην Ελλάδα. Η διαπίστωση αυτή ήταν κοινή τόσο μέσα στη χώρα όσο και στη διασπορά. Ιδίως στη διασπορά. Η ενημέρωση στο εσωτερικό, πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, εστιαζόταν στο βεβαρημένο μητρώο και την προβληματική συμπεριφορά του κρητικού αεροπειρατή, ο οποίος τελικά παραδόθηκε στις αιγυπτιακές αρχές.

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μπορεί να φείδονταν λεπτομερειών και να τα έκαναν, ως συνήθως, μαντάρα με το επώνυμο του πειρατή (το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι ήταν ελληνικό, ήταν και επτασύλλαβο και άρα διπλά δύσκολο), σχολίαζαν όμως με δηκτικότητα τα μέτρα ασφαλείας των ελληνικών αεροδρομίων και τόνιζαν την εγγύτητα της χώρας στη Μέση Ανατολή.

Φυσικά, για το προσωπικό του Πολύβιου η είδηση σχεδόν μονοπωλούσε τις μεταξύ τους συζητήσεις. Αλλά και πολλοί από τους πελάτες του εστιατορίου, όχι μόνο οι έλληνες αλλά και οι ελβετοί και οι τουρίστες, ρωτούσαν τον Κωστάλα μήπως ήξερε κάτι παραπάνω. Όχι, πού να ξέρει, τις εφημερίδες διαβάζει κι αυτός όπως όλοι. Μέχρι κι ένας νεαρός ισπανός με γυαλάκια τον ρώτησε, τον θυμόταν που είχε ξανάρθει την περασμένη βδομάδα, μόνος και τότε όπως και τώρα.

Ήταν πολιτικό το κίνητρο; ρώτησε ο ισπανός, και ο Κώστας απάντησε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε: Άγνωστο. Του έκανε όμως εντύπωση αυτή η ερώτηση, ίσως γιατί προερχόταν από ισπανό, που θα τον περίμενε λιγάκι μαγκωμένο, κι εκεί όπως και στην Ελλάδα το καθεστώς αποθάρρυνε την πολιτικολογία.

Εκτός κι αν… Πράγματι, ο Κώστας θυμήθηκε ότι τις προάλλες είχαν πιάσει για λίγο την κουβέντα και τον είχε ρωτήσει από ποιο μέρος της Ισπανίας είναι, κι εκείνος του είχε απαντήσει – τι όμως; Από Κ πρέπει να άρχιζε. Καστίλη; Καντάμπρια; Δεν θυμόταν. Μυαλό σουρωτήρι! σκέφτηκε και έσπευσε να του πάρει παραγγελία πριν επεκταθεί η συζήτηση.