Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Κεφάλαια 92 έως 94 - ΤΕΛΟΣ


92

Σε περίπου μισή ώρα είχαν όλοι ανέβει πάνω. Με την ίδια σειρά με την οποία περπατούσαν επί δύο ώρες μέσα στις στοές. Πρώτα οι δύο ξένοι, μετά οι δύο έλληνες και τελευταίος ο τρίτος ξένος, ο ίδιος που είχε κλειδώσει την πόρτα στην Κιάφας. Αυτός μάζεψε και τη σκάλα και την έβαλε στην άκρη, στο σημείο απ' όπου την είχε πάρει νωρίτερα η κοπέλα. Τη σκάλα, που έκανε τη δουλειά την οποία, αν έλεγε αλήθεια ο Ολούρ Ολμάζ – και όλα έδειχναν ότι το παραλήρημά του δεν ήταν λόγια του αέρα – τον πρώτο καιρό έκαναν τα δυο μικρά ασανσεράκια. Απ' αυτά δεν υπήρχε κανένα ορατό ίχνος. Ο Σωκράτης τουλάχιστον δεν είδε τίποτα.

Φτάνοντας επάνω, έβαλε το χέρι του ασυναίσθητα στη θέση της καρδιάς. Εκεί ένιωσε να προεξέχει, και να τον βαραίνει, το κουτί που είχε βάλει στη μέσα τσέπη. Η κοπέλα τον καλωσόρισε στα ελληνικά, κι αυτόν και τον Γρηγόρη. Τους είπε να την ακολουθήσουν προς τα μέσα, σ' ένα μέρος που έδειχνε να φωτίζεται.

Ο Παντελής με την Κατερίνα στέκονταν όρθιοι δίπλα στην πλάκα. Όπως έφταναν ένας ένας στο σημείο οι άνθρωποι που πριν από λίγο βρίσκονταν στο πάνω και το κάτω μέρος του φρεατίου, η μία έκπληξη διαδεχόταν την άλλη.

Πρώτα η έκπληξη της Εύας, για τα καινούργια στοιχεία της γραφής. Καλά το κατάλαβα ότι κάτι κρυβόταν, ήταν έτοιμος να πει ο Παντελής στην αρχαιολόγο. Δεν πρόλαβε όμως. Η Εύα ήταν αυτή που μίλησε πρώτη, ανακοινώνοντας στον Παντελή και την Κατερίνα:

Έχουμε επισκέπτες.

Και ήρθε η σειρά των άλλων τεσσάρων να εκπλαγούν. Για μια συνάντηση που δεν θα μπορούσαν να τη φανταστούν. Είχαν ξεκινήσει εκείνη τη μέρα, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους, από διαφορετικά σημεία της Αθήνας. Τώρα βρίσκονταν εδώ, σ' ένα μέρος που ο Παντελής το ήξερε, ο Γρηγόρης το αγνοούσε και οι άλλοι δύο το φαντάζονταν. Ένα μέρος που έκρυβε, ανάμεσα στα άλλα, μια μυστήρια επιγραφή – στην πλάκα, γύρω από την οποία είχαν τώρα συγκεντρωθεί όλοι – και δύο μεταλλικά κουτιά. Το ένα βρισκόταν ακουμπισμένο δίπλα στον Παντελή – το άλλο κρυμμένο στην τσέπη του Σωκράτη.

Ο Μαυροπουκαμισάκης είχε μείνει παραπίσω, μαζί με τους τρεις καταλανούς. Κατάλαβε ότι οι δύο νεοφερμένοι γνωρίζονταν με την Κατερίνα και τον Παντελή. Ότι ήταν φίλοι ή συγγενείς. Η σύμπτωση ήταν παράξενη. Να ήταν άραγε κάποια οικογενειακή τους κρυψώνα; Αποφάσισε να περιμένει και να ακούσει. Δεν μπορούσε να κάνει και τίποτε άλλο, ούτε καν να απλώσει χέρι πάνω στην Εύα – όπως πριν που τη συγκράτησε. Οι τρεις συμπατριώτες της πρέπει να ενημερώθηκαν – μακάρι να μπορούσε να μεταφράσει τα όσα είπαν μεταξύ τους στο φρεάτιο – και την πρόσεχαν, διακριτικά αλλά σταθερά.

Τα τρία ξαδέρφια και ο Γρηγόρης είπαν ο ένας στον άλλο πώς βρέθηκαν εκεί. Δηλαδή, είπαν αυτά που μπορούσαν να πουν.

Ο Παντελής έβγαλε την Κατερίνα από τη δύσκολη θέση, λέγοντας ότι είχαν δώσει ραντεβού για να πάνε να περπατήσουν στο Πεδίον του Άρεως – ήθελε να ξεσκάσει εκείνη λίγο, μετά από τόση κλεισούρα – αλλά πέσανε πάνω στη διαδήλωση. Έτσι απομακρύνθηκαν και την πήρε μαζί του, και τους συνόδεψε κι ένας φίλος – εννοώντας τον Μαυροπουκαμισάκη.

Ο Γρηγόρης περιέγραψε τη διαδρομή του από το εμπορικό του κυρίου Πράσινου, στα Χαυτεία, μετά στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια και τέλος σε μια απίστευτη υπόγεια διαδρομή από την οδό Κιάφας μέχρι εκεί. Δεν είπε τίποτα για την εισβολή στη Νομαρχία – δεν ήξερε αν ήταν σκόπιμο να το κάνει, με παρόντες γύρω του (και γνώστες των ελληνικών) τους ανθρώπους που άνοιξαν την κερκόπορτα στους διαδηλωτές, τους ίδιους ανθρώπους που συνόδεψαν αυτόν και το Σωκράτη στα έγκατα της πρωτεύουσας.

Ο Σωκράτης ρώτησε πρώτα την Κατερίνα αν είναι καλά – κάτι που δεν το έκανε λίγο πριν ο άντρας της. Στη συνέχεια μίλησε για το πρωινό του ραντεβού με τον φίλο του τον Ευτύχη, για την έντονη μέρα που έζησαν στο Πολυτεχνείο και την περιοχή του, για το πάθος του κόσμου που διαδήλωνε. Δεν ανέφερε τίποτα για την πρωινή συνέλευση, αυτή στην οποία ο Ευτύχης προσπάθησε να φέρει στο προσκήνιο τα πράγματα που απασχολούσαν τον ίδιο, τον Σωκράτη και ίσως, ποιος ξέρει, κι άλλους ανθρώπους που ένιωθαν ότι η Ελλάδα είχε γίνει αθηνοκεντρική, ότι οι τοπικές κοινωνίες άξιζαν και τελικά δικαιούνταν μια πιο ελεύθερη, δυνατότερη φωνή. Θυμήθηκε την ένταση που είχε προκαλέσει εκείνη η συζήτηση στο γαμήλιο γλέντι του Γρηγόρη και της Κατερίνας.

Ο Παντελής, βέβαια, δεν είχε τότε εκφραστεί με τον θερμό πατριωτισμό του Νικόλα, που σε τόσο δύσκολη θέση έφερνε πάντα το Σωκράτη. Κάθε άλλο – είχαν όμως περάσει σχεδόν πέντε χρόνια. Τον Παντελή, αν θυμόταν καλά, είχε να τον δει από τότε – μια τα ταξίδια, την άλλη ο στρατός, χαθήκανε. Οι άνθρωποι μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζουν. Το ίδιο και οι απόψεις.

Ο Σωκράτης είδε όμως δίπλα στα πόδια του Παντελή το μεταλλικό κουτί. Έμοιαζε πολύ με αυτό που είχε βρει ο ίδιος πριν από λίγο. Και αποφάσισε να το βγάλει από την τσέπη του. Τα κοίταξε διαδοχικά. Πραγματικά, ήταν ολόιδια.

Χωρίς ιδιαίτερο κόπο το άνοιξε. Μέσα βρισκόταν ένα ρολό χαρτιού. Σαν τους παπύρους που τύλιγαν παλιότερα σε κυλινδρικό σχήμα οι αγγελιαφόροι, για να χωράνε τα μεγάλα μηνύματα που καλούνταν να μεταφέρουν από τόπο σε τόπο. Ο Σωκράτης βρήκε την άκρη που αντιστοιχούσε στην αρχή. Έπιασε από αυτήν το χαρτί και άρχισε να διαβάζει ένα έμμετρο κείμενο, χωρίς τίτλο.

Τη μέρα που αντάμωσα τους μάγκες στο λαγούμι
Μου θύμισαν το σούρουπο που ήρθαν στο Μποντρούμι

Μου είχαν πει τον πόνο τους, που φύγανε διωγμένοι
Μετά την επανάσταση που ήταν πια χαμένη

Στη Σμύρνη ανεβήκαμε το άλλο μεσημέρι
Και στου Τσιφούτη πήγαμε κοντά στο ασανσέρι

Την πόρτα βρήκαμε κλειστή, τη γειτονιά στα μαύρα
Τον ταβερνιάρη εκήδεψαν στου Κονακιού τη χάβρα

Σαν ήρθε η ανταλλαγή μας φέρανε στη νήσο
Το πήρα πια απόφαση πως δε γυρίζω πίσω

Μα όταν παίζω το τζουρά και βγαίνει το ραμπέτι
Ο νους μου ξαναβρίσκεται στη χώρα του Μεμέτη

Στις νύχτες με τον Οβριό που παίζαμε ταξίμια
Ωσότου ήρθε ο πόλεμος και γίναμε αγρίμια

Μου είχε πει πως Ιταλοί στων Αθηνών το λόφο
Τους κατελάνους θάψανε, μα αυτοί δεν είχαν ψόφο

Και στην υπόγα τούτη εκεί τα υστερ'νά τα χρόνια
Οι γιαχουντήδες γλίτωναν του Χάρου τα καψώνια

Απ' το νησί σαν έφυγα την τύχη μου να κάνω
Ο Γιάγκος μ' ακολούθησε ως την Αθήνα πάνω

Μα όταν εβρισκόμασταν στου Αρίσταρχου το στέκι
Την ώρα δεν ξανάβλεπε να πάρει το ντουφέκι

Μια μέρα από το Νικολό επήραμε μαντάτο
Ότι μας επερίμενε εις το λιμάνι κάτω

Το εννιακόσια τρ'άντα εφτά, του Αη Λια τη μέρα
Στο λόφο ανασάναμε ελευθεριάς αέρα

Τα δίστιχα ήταν δεκαπεντασύλλαβα και κάνανε ρίμα – με τον ίδιο τρόπο που συναντούσε κανείς στα ρεμπέτικα τραγούδια. Το κείμενο ήταν ανυπόγραφο – ο Σωκράτης όμως δεν είχε καμιά αμφιβολία για το ποιος το είχε γράψει.

Του Κώστα ήταν οι στίχοι – αυτοβιογραφικοί, περιεκτικοί, ίσως λίγο δυσνόητοι για όσους δεν ήξεραν την ιστορία του. Για τον Σωκράτη όμως έδιναν τις απαντήσεις στα περισσότερα από τα ερωτήματα που είχαν μείνει αναπάντητα μετά το ταξίδι στη Σμύρνη.

Ο ξακουστός ρεμπέτης μίλαγε μέσα σε εικοσιέξι στίχους για τα πάντα.

Μίλαγε για τη χαμένη εξέγερση. Τη φυγή στην Αλικαρνασσό κι από κει στη Σμύρνη – τη φυγή και των δύο. Και του Γιάγκου και του Νικολού. Μα είναι δυνατόν; Ουλούρμι; Είχε περάσει απέναντι κι ο μπαρμπα-Νικολός; Ο νομιμόφρων; Έτσι έλεγε ο Κώστας. Κι ο ίδιος ο Κώστας πού ήταν; Ήταν ακόμη απέναντι! Εν έτει εικοσιδύο, λίγο μετά την καταστροφή. Μετά! Δεν είχε φύγει λοιπόν. Είχε μείνει – γι' αυτό και τον είχανε δει κοντά στα συντρίμμια του ξενοδοχείου Κραίμερ.

Άραγε ποιος να ήταν ο λόγος που ο Κώστας δεν είχε περάσει απέναντι παρά μόνο με την ανταλλαγή – μαζί με τους φυγάδες επαναστάτες του νησιού; Το κλειδί βρισκόταν στην απάντηση ενός άλλου ερωτήματος, που όμως ο ρεμπέτης άφηνε αναπάντητο – τουλάχιστον σ' αυτό το γραπτό. Τι έκανε στον πόλεμο; Το μόνο που έγραφε ήταν ότι γίνανε αγρίμια. Μια γενικόλογη αναφορά στη φρίκη του πολέμου, σαν να ήθελε να τον αφήσει πίσω του – για πάντα ή ίσως για μια άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή.

Μίλαγε και γι' άλλα ο Κώστας. Για το ραμπέτι. Που ο Σωκράτης δεν μπορούσε να σκεφτεί τι στο καλό σήμαινε. Που ίσως όμως να είναι αυτό το καινούργιο είδος μουσικής – σε αντιδιαστολή με τα ταξίμια. Μήπως το ραμπέτι ήταν αυτό που άρχισαν, σαν πρωτοπόροι, να παίζουν στη Λοκάντα ο Κώστας με το αφεντικό του τον Οβριό; Η κατάργηση του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή;

Και παρακάτω, ο Κώστας μιλούσε για το Ασανσέρ – για την ακρίβεια: για τον κούφιο λόφο της Αθήνας. Στο θέμα αυτό όμως είχαν ήδη αρχίσει να συζητούν κάποιοι από τους υπόλοιπους. Η Εύα εξηγούσε ότι οι κατελάνοι ήταν οι συμπατριώτες της καταλανοί – ενώ οι γιαχουντήδες ήταν μια παλιά οθωμανική λέξη για τους εβραίους. Ο Παντελής, εντυπωσιασμένος από το περιεχόμενο του τραγουδιού, έδειχνε να τοποθετεί στο μυαλό του τα κομμάτια του παζλ, με τη βοήθεια και της Κατερίνας, που παρακολουθούσε κι αυτή με ενδιαφέρον.

Ο Σωκράτης ξαναδιάβασε, από μέσα του αυτή τη φορά, τις τελευταίες στροφές. Μιλούσαν για τη μετανάστευση του Γιάγκου και του Κώστα στην Αθήνα, για το στέκι του Προμπονά – τίποτα για το Παντείχι –, για την απογοήτευση του παλιού επαναστάτη Γιάγκου… Και στο τέλος, η σημαδιακή ημερομηνία.

Είκοσι Ιουλίου του 1937. Του Προφήτη Ηλία. Μέρα που όλοι στο νησί ανέβαιναν στο λόφο. Εκείνη τη μέρα ανέβηκαν και οι τρεις τους στο λόφο. Εκεί που ήταν το λαγούμι. Ίσως στον ίδιο λόφο που βρίσκονταν και τώρα – ποιος ξέρει; Στα τουρκοβούνια, του είχε πει ο Παντελής ότι βρίσκονταν. Τουρκοβούνια – βουνά των τούρκων. Σύμπτωση;

Εκεί, τέλος πάντων, που σαν τους εβραίους του παλιού καιρού μπορούσαν να αναπνεύσουν αέρα ελευθερίας. Ελευθερίας από τι; Ίσως να αναφέρονταν στη δικτατορία του Μεταξά – που ήδη τον Ιούλιο του τριάντα εφτά κόντευε να κλείσει χρόνο. Ίσως, πάλι, να θυμόνταν τα παλιά – τη ζωή στη χώρα του Μεμέτη που είχε τελειώσει άδοξα με τον πόλεμο, το κίνημα που απέτυχε και τους ανάγκασε να ζούνε σ' ένα κράτος που τα πάντα άρχιζαν και τέλειωναν στην Αθήνα.

Είκοσι εβδόμου… 20/7/937, αν έγραφαν την ημερομηνία με την γραφή που κάποτε συνηθιζόταν, με τριψήφια χρονολογία στο τέλος. Κι αν έβγαζε κανείς τις καθέτους…

…207937

Ήταν απίστευτο. Αυτός ήταν ο αριθμός που είχε δει στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. Ο αριθμός που τον είχε περάσει για τηλεφωνικό. Δεν ήταν λοιπόν τίποτα άλλο από την ημερομηνία στην οποία κάποιος – άραγε ποιος; – τους φωτογράφισε, εκεί στην κορφή του λόφου.  

Ο Σωκράτης θα ήθελε εκείνη την ώρα να έχει κοντά του το Σταμάτη και τον Ευτύχη. Είχε πολλές από τις απαντήσεις που έψαχναν. Δυστυχώς, από τους συγκεντρωμένους στη στοά εκείνη την ώρα, κανένας δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει το θέμα της νησιώτικης εξέγερσης. Ίσως η Εύα – αλλά αυτό δεν το ήξερε ούτε εκείνη ούτε ο Σωκράτης. Και οι δυο τους είχαν πέσει στην παγίδα πολλών (συνειδητοποιημένων ή λανθανόντων) αυτονομιστών – κοίταζαν μόνο τις δικές τους υποθέσεις, νομίζοντας ότι είναι μοναδικές στον κόσμο, σε βαθμό που το σωστότερο θα ήταν ίσως να τους αποκαλεί κανείς εαυτονομιστές.

Αυτό που θα ήθελε πιο πολύ απ' όλα όμως ο Σωκράτης, ήταν να γυρίσει το χρόνο πίσω και να κάνει στον παππού του της ερωτήσεις που δεν ήξερε να του κάνει όσο αυτός ζούσε. Να μάθει αν πραγματικά πίστευε ο μπαρμπα-Νικολός ότι το νησί πήγε να τουρκέψει μετά το κίνημα. Να τον ρωτήσει γιατί μουτζούρωσε το πρόσωπο του Γιάγκου στη φωτογραφία.

Οι ερωτήσεις αυτές βέβαια θα ήταν λίγο-πολύ ρητορικές. Αν ο μπαρμπα-Νικολός ήταν αντίθετος στο κίνημα, δεν θα πέρναγε καρσί μετά την αποτυχία του. Κι αν δεν ήθελε να δείξει καλή διαγωγή στο νησί και να συντηρήσει τη φήμη του σαν πατριώτη, δεν θα καιγόταν να αποκηρύξει τη χαμένη εξέγερση και δεν θα ντρεπόταν να εμφανιστεί σε φωτογραφία πλάι σε κάποιον που η επίσημη κοινή γνώμη του νησιού τον θεωρούσε προδότη.

Από πίσω δε θα διαβάσεις; διέκοψε τη σκέψη του Σωκράτη μια φωνή. Ήταν η Κατερίνα, που πρόσεξε κάποια σημάδια και τυπωμένες γραμμές στο πίσω μέρος της σελίδας με τα δεκατρία δίστιχα.

Ο Σωκράτης γύρισε τη σελίδα. Τα σημάδια σχημάτιζαν τη στάμπα με τα κόκκινα και μπλε τετράγωνα. Αυτή που είχε δει στη φωτογραφία – και στον τζουρά. Τα γράμματα ήταν σε λατινικούς χαρακτήρες. Όχι όμως στα αγγλικά. Ο Σωκράτης δεν τα καταλάβαινε και έδωσε στους άλλους να ρίξουν μια ματιά. Κανείς δεν έβγαλε άκρη – ούτε ακόμα και η αρχαιολόγος Εύα, η οποία αναγνώρισε κάποιες λατινογενείς και κάποιες σλάβικες λέξεις. Ίσως είναι ρουμάνικα, αλλά δεν είμαι σίγουρη, είπε.

Στο μεταξύ ο Σωκράτης κοίταξε την πλάκα και, με τη βοήθεια του Παντελή, διέκρινε τα μυστηριώδη γράμματα ταύ και μι. Άγνωστο, πώς έκανε το συνειρμό, αλλά η λέξη που ήρθε στο δικό του μυαλό δεν ήταν το τάμα. Ήταν κάτι άλλο – μια φράση που άκουγε συνέχεια τότε που είχε πάει στην Τουρκία. Ταμάμ, ταμάμ – δηλαδή εντάξει. Και στη συνέχεια πρόσεξε τους αριθμούς. Επηρεασμένος από τη χρονολογία που ανέφερε στο τραγούδι του ο Κώστας, ανακοίνωσε στους υπόλοιπους τη δική του εκδοχή (διαβάζοντας σε στήλες και όχι σε γραμμές) για το τι σήμαιναν τα τέσσερα ψηφία που κάποιος, κάπως, κάποτε αποτύπωσε σ' εκείνη την πλάκα:


1
3




=
1937


9
7




93

Ο Παντελής κοίταξε το ρολόι του. Ήταν δύο το πρωί – ξημέρωμα Σαββάτου, δεκαεφτά του Νοέμβρη. Μέσα σε όλες τις ιστορικές αναζητήσεις, ένα βασικό ερώτημα είχε μείνει χωρίς απάντηση:

Τι γύρευαν όλοι αυτοί μαζεμένοι εκεί;

Πιο αναλυτικά: Γιατί τον είχε φωνάξει η Εύα στη δήθεν διάλεξη περί των μεσογειακών σπουδών; Πώς έτυχε να ανακαλύψουν ο Σωκράτης με το Γρηγόρη την είσοδο στο δαιδαλώδες υπόγειο δίκτυο διαδρομών της Αθήνας; Τι δουλειά είχαν οι δυο τους μαζί με τους αγέρωχους καταλανούς της Φροντιέρρα; Ήταν τυχαίο που όλα αυτά συνέπεσαν, στον ίδιο χρόνο και τον ίδιο τόπο; Και μάλιστα τη μέρα της μεγάλης διαδήλωσης, ή μάλλον της εξέγερσης;

Μόνο η Εύα μπορούσε να εξηγήσει τι έγινε. Και πράγματι, η αρχαιολόγος ξεκίνησε να μιλάει για τις πληροφορίες που είχε από τον Κώστα. Τον Κωστάλα, που ως Υφυπουργός – έστω και στο μακρινό Ηράκλειο – γνώριζε αρκετά πράγματα εκ των προτέρων για τις εξελίξεις που προμηνύονταν, και που συνδέονταν με την αντίδραση αρκετών φανατικών της Επαναστάσεως, που δυσφορούσαν βλέποντας τη ριπάμπλικ να μετατρέπεται σε ντιμόκρασι, την κυβέρνηση να πολιτικοποιείται, τις εκλογές να πλησιάζουν.

Η Εύα εξήγησε στους ακροατές της ότι, παρότι ζούσε χρόνια τώρα στην Ελλάδα, δεν θα ξεχνούσε ποτέ ποιος ήταν αυτός που την έκανε να αγαπήσει αυτή τη χώρα. Δεν είμαστε πια μαζί, Παντελή. Εσύ πιστεύεις ότι σε πρόδωσα και ίσως έχεις δίκιο. Είσαι όμως πάντα μέσα στην καρδιά μου, είπε κοιτώντας τον. Ο Παντελής προσπάθησε να μείνει ανέκφραστος – παρά τον κόμπο που ένιωθε στο λαιμό του. Άκουσε την Εύα να λέει πόσο σημαντικό ήταν γι' αυτή να προφυλάξει, όσο μπορούσε καλύτερα, τον Παντελή και μερικούς αγαπημένους του ανθρώπους.

Ήξερε πού δουλεύει ο Παντελής. Δεν δυσκολεύτηκε να το μάθει – οι γνωριμίες της στη Νομαρχία και σε άλλες υπηρεσίες αποδείχτηκαν αποτελεσματικές. Ήξερε ότι ο Παντελής γυρνώντας από τη δουλειά του θα περνούσε από την Αλεξάνδρας. Ήξερε ότι η Αλεξάνδρας θα ήταν η διαδρομή που θα ακολουθούσαν τα τανκς που είχε αποφασίσει να βγάλει στους δρόμους η χούντα, όταν οι ταραχές θα ξεπερνούσαν τα όρια επιφυλακής. Είχε διαβάσει το σχέδιο Ξενοκράτης – υπήρχε αντίγραφο στη Νομαρχία – και ήξερε όλες τις διαδρομές πρόσβασης των στρατιωτικών δυνάμεων σε περίπτωση σοβαρού προβλήματος στο κέντρο ή οπουδήποτε αλλού.

Ήξερε επίσης ότι ασχολείται με τα αθλητικά, ότι είχε κάνει το μάνατζερ αφότου χωρίσανε, ότι διαβάζει αθλητική εφημερίδα… Αυτό λοιπόν τη βοήθησε να βάλει την αγγελία εκεί όπου ο Παντελής θα τη διάβαζε.

Ήξερε ακόμα ποια από τα αγαπημένα πρόσωπα του Παντελή θα βρίσκονταν, το πιθανότερο, εκτός κινδύνου. Η αγαπημένη του ξαδέρφη Κατερίνα (άσχετα αν τελικά πήρε την πρωτοβουλία να βγει), οι θείες (που θα έμεναν σίγουρα μέσα, είτε στο σπίτι είτε στο ξενοδοχείο), οι άλλοι συγγενείς (που βρίσκονταν στο νησί).

Στο σημείο αυτό πετάχτηκε ένας από τους καταλανούς. Νομίζω πως κάτι άκουσα, είπε στα ελληνικά. Πάω επάνω να δω, συνέχισε και, χωρίς να περιμένει απάντηση, έφυγε προς τη μεριά του στομίου.

Η Εύα συνέχισε να μιλάει. Ήξερε, είπε, και για το Γρηγόρη, τον άντρα της αγαπημένης του ξαδέρφης. Κι αυτός χρειαζόταν προστασία – από την Αιόλου μέχρι τη Βικτώρια, η διαδρομή ήταν μεγάλη και περνούσε ακριβώς από το επίκεντρο των γεγονότων. Ήξερε, τέλος, και για το Σωκράτη και το ξενοδοχείο στη Σατωβριάνδου. Γι' αυτούς τους δύο έβαλε τους καταλανούς φίλους της να πιάσουν δουλειά.

Το αποτέλεσμα δικαίωνε αυτή την προσπάθεια. Όλοι βρίσκονταν μαζί σε ασφαλές μέρος. Το κυριότερο όμως για την Εύα ήταν ότι βρήκε έναν τρόπο – έστω, αυτόν τον παράδοξο τρόπο – να δώσει μια εξήγηση στον Παντελή για τη φυγή της.

Στο μεταξύ ο Ροζέ Ντεφλόρ γύρισε. Στην ερώτηση όλων, τι ήταν αυτός ο θόρυβος, ο καταλανός σήκωσε τους ώμους. Οι άλλοι συμπέραναν ότι δεν είχε δει τίποτα.

Ο Παντελής είχε μόνο μία ερώτηση να κάνει στην Εύα. Δίστασε, αλλά τελικά πήρε το θάρρος:

Είσαι ακόμα μαζί του;

Στα μάτια του υπήρχαν δάκρυα. Η Εύα τα είδε και δεν του απάντησε αμέσως. Άφησε την ερώτηση να αιωρείται. Μέχρι που ο Παντελής την επανέλαβε, δυνατότερα αυτή τη φορά.

ΕΙΣΑΙ ΑΚΟΜΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ;

Ταυτόχρονα, προσπάθησε να κινηθεί προς το μέρος της. Ήταν θολωμένος – θα τη χαστούκιζε, αν δεν έμπαινε στη μέση ο Ντεφλόρ. Ο Μαυροπουκαμισάκης πήγε να τον υποστηρίξει αλλά οι άλλοι δύο, με μεγάλο κόπο, τον συγκράτησαν.

Στη φασαρία της στιγμής κανείς δεν πρόσεξε ότι στο μεταξύ κάποιος εμφανίστηκε στην πλευρά του στομίου. Ένας άντρας – και λίγο αργότερα μια κοπέλα.

Τον άντρα τον αναγνώρισαν όλοι. Άλλοι τον ήξεραν από την τηλεόραση. Άλλοι είχαν δουλέψει μαζί του. Άλλοι ήταν, με διαφορετικό τρόπο, συνδεδεμένοι μαζί του.

Ήταν ο Κωστάλας.

Η κοπέλα ήταν γνωστή μόνο στα τρία ξαδέρφια και τον Γρηγόρη.

Ο Παντελής όταν ήταν μικρότερος τη συμπαθούσε – πολύ πριν γνωρίσει την αρχαιολόγο, για χάρη της οποίας τώρα δάκρυζε και ωρυόταν. Ο Σωκράτης την ήξερε από το νησί – κολλητός με τον ξάδερφό της το Σταμάτη. Και η Κατερίνα απλά απορούσε, μαζί με τους άλλους, πώς στο καλό βρέθηκε εκεί η φίλη της.

Η φίλη της η Βάσω. Η Βάσω του Κερκέντελε.

Ο Κωστάλας πήρε το λόγο. Όπως και στην τηλεόραση, έτσι και εκεί, μέσα στη στοά, κατάφερε με το μαγικό του χάρισμα να μαγνητίσει αυτούς που τον άκουγαν. Ακόμα και τους τρεις καταλανούς που, με την άφιξή του, έβγαλαν χωρίς χρονοτριβή τα περίστροφα από τις τσέπες τους και τα έστρεψαν προς αυτόν.

Ο Κωστάλας δεν είπε πολλά. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Η Εύα είχε ήδη μιλήσει πολύ. Και ήταν ηλίου φαεινότερο – άσχετα αν εκείνη την ώρα ο ήλιος φώτιζε το δυτικό ημισφαίριο και σίγουρα όχι τις υπόγειες στοές της Αθήνας – ότι ο Κωστάλας περίμενε στο στόμιο και ο Ροζέ Ντεφλόρ είχε σπεύσει να τον ενημερώσει.

Να τον ενημερώσει – όχι για το μυστικό σχέδιο της Εύας – αυτό το ήξερε από αρκετά νωρίς ο Υφυπουργός – αλλά για το γεγονός ότι η αρχαιολόγος το είχε αποκαλύψει στον Παντελή και όλους τους άλλους που είχε συγκεντρώσει εκεί.

Ο Κωστάλας είχε έρθει σαν τιμωρός. Η άφιξή του ήταν προσχεδιασμένη. Το απρόοπτο, ακόμα και για τον Ροζέ Ντεφλόρ – που υποκριτικά σημάδευε κι αυτός προς τον Κωστάλα μαζί με τους άλλους δύο – ήταν η παρουσία της Βάσως. Αυτό ακριβώς ήταν που προσπάθησε να εξηγήσει ο Κωστάλας.

Ήταν δύσκολο βέβαια, ακόμα και για τον Κωστάλα, να παρουσιάσει με κομψό τρόπο το ρόλο της Βάσως. Από το παραμυθάκι που είπε, η Κατερίνα κατάλαβε αυτό που είχε πραγματικά συμβεί. Ότι ο Κωστάλας ήταν ένα από τα επιφανέστερα μέλη της περίφημης Οργάνωσης, στην οποία ανήκε η φίλη της. Και ότι – από τον αγωνιστικό της ζήλο ορμώμενη – θεώρησε σκόπιμο να δίνει στην Οργάνωση οποιαδήποτε σημαντική ή ασήμαντη πληροφορία έπεφτε στα χέρια της. Χαρτί και καλαμάρι. Έτσι έκανε, λοιπόν, και με τα δύο τηλέφωνα που της είχε δώσει το προηγούμενο βράδυ η Κατερίνα.

Με τα τηλέφωνα του Μαυροπουκαμισάκη, δηλαδή. Οι άνθρωποι της Οργάνωσης, που ήταν και άνθρωποι του καθεστώτος, είχαν εύκολη δουλειά από κει και πέρα. Παρακολούθησαν τα τηλέφωνα, την Κατερίνα και τον πατέρα του παιδιού της, τους ακολούθησαν μέχρι το στόμιο – και μετά ενημέρωσαν εκεί που έπρεπε.

Και να ο Κωστάλας. Και να από δίπλα του η Βάσω, σε ένα περίεργο ψυχολογικό παιχνίδι που έπαιζε ο Κωστάλας – κάνοντάς τη να νιώσει σημαντική στην αρχή, και αργότερα (βλέποντας ότι στην παγίδα είχε πιαστεί και η φίλη της, και τα δύο ξαδέρφια της φίλης, όλοι δηλαδή οι παλιοί γνωστοί από το νησί) να την καταρρακώσει.

Με άλλα λόγια, να τη σκοτώσει.

Μόνο που πραγματικά, κυριολεκτικά, τη Βάσω δεν τη σκότωσε ο Κωστάλας. Αλλά ο Μαυροπουκαμισάκης, που παρά τα κομψευόμενα λόγια του Υφυπουργού κατάλαβε τι ακριβώς είχε γίνει. Και σαν την αστραπή πετάχτηκε μπροστά, έβγαλε το μαχαίρι του και τη σημάδεψε κατευθείαν στην καρδιά.

Οι καταλανοί δεν πρόλαβαν να τη σώσουν. Με τα πιστόλια τους σημάδεψαν και οι τρεις ταυτόχρονα τον Μαυροπουκαμισάκη. Θα πρέπει να πυροβόλησαν και οι τρεις ταυτόχρονα, γιατί ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός.

Ο κρητικός έπεσε αμέσως κάτω. Και μαζί του έπεσαν και οι μάσκες. Αυτές των καταλανών, που – μισθοφόροι κι αυτοί, σαν τους παλιούς Αλμογκάβερς – άλλαξαν στρατόπεδο και έπαψαν πια να σημαδεύουν τον Κωστάλα, στρέφοντας τώρα τα περίστροφά τους στην Εύα και στους φοβισμένους ανθρώπους που εκείνη είχε μαζέψει, υποτίθεται για να τους σώσει.


94

Σε λίγη ώρα κείτονταν όλοι τους νεκροί. Η Εύα, ο Παντελής, η Κατερίνα – με το μωρό στην κοιλιά της –, ο Σωκράτης και ο Γρηγόρης. Η δουλειά είχε γίνει, με συνοπτικές διαδικασίες.

Με ένα νεύμα του Κωστάλα, οι καταλανοί απομακρύνθηκαν προς το φρεάτιο. Ο Κωστάλας φεύγοντας τους άκουσε να τοποθετούν τη σκάλα. Μάλλον θα κατέβαιναν στη βάση του φρεατίου – θα συνέχιζαν τη σκοτεινή παρουσία τους στις υπόγειες στοές, συνεχίζοντας τη μακραίωνη (όπως τελικά αποδεικνυόταν) μυστική παρουσία της φυλής τους στην Αθήνα.

Ο Κωστάλας δεν έφυγε με άδεια χέρια. Ή, για την ακρίβεια, με άδειες τσέπες. Τα έγγραφα που κρατούσαν στα χέρια τους ο Παντελής και ο Σωκράτης ήταν ματωμένα, φαίνονταν όμως πολύ σημαντικά για να τα αφήσει να χαθούν. Ο Ντεφλόρ του είχε πει για τη συζήτηση που είχε προκληθεί εξαιτίας τους. Ο Κωστάλας θα ενδιαφερόταν να μάθει τις λεπτομέρειες αλλά όχι εκείνη την ώρα. Θα είχε άλλωστε όλο τον καιρό να το κάνει στο αεροπλάνο.

Τα μεταλλικά κουτιά τα είχαν πάρει οι καταλανοί. Ο Ροζέ Ντεφλόρ είχε προσέξει ότι ήταν σχεδόν πανομοιότυπα, με εξαίρεση ότι το ένα τους ήταν πιο σκούρο, από τη σκουριά. Ρώτησε τον Καρντενάλ και τον Μορένο αλλά κανένας τους δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ο Ντεφλόρ σήκωσε τους ώμους και τα άφησε να πέσουν στο φρεάτιο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε, πολλαπλασιασμένο από την αντήχηση, το πέσιμό τους στη βάση του ασανσέρ.

Ο Κωστάλας βγήκε έξω στη φθινοπωρινή ψύχρα. Ήταν τρεις τα ξημερώματα – η ώρα που κάποιο άρμα μάχης κάτω στην Πατησίων γκρέμιζε την πύλη του Πολυτεχνείου. Ο Κωστάλας μπήκε στο αυτοκίνητο και γύρισε τη βελόνα του ραδιοφώνου κοντά στη συχνότητα του Ενόπλων. Λίγο πιο δεξιά για την ακρίβεια, κοντά στους 1060 χιλιοκύκλους. Ακούγονταν μόνο παράσιτα. Μάλλον ο σταθμός είχε σιγήσει.

Άναψε το εσωτερικό φωτάκι και έψαξε τη μία από τις εσωτερικές του τσέπες. Το αεροπορικό εισιτήριο ήταν εκεί. Το έβγαλε, κρατώντας το προσεκτικά από την άκρη για να μην το λερώσει, και διάβασε τις ώρες των πτήσεων. Αθήνα-Ηράκλειο, 18/11, ώρα 07:30. Ηράκλειο-Αθήνα, 25/11, ώρα 09:15. Όλα ήταν εντάξει. Όλα ήταν στη θέση τους. Όλα τα εμπόδια είχαν φύγει – αυτοί που ήξεραν, αυτοί που έλεγχαν, αυτοί που ψάχνονταν, αυτοί που διαμαρτύρονταν.

Οχτώ μέρες έμεναν μόνο. Οχτώ μέρες. Την άλλη Κυριακή, κάποιοι δεν θα γιόρταζαν τη χαμένη Κατερίνα. Κάποιοι θα αναπολούσαν τη χαμένη εξουσία. Κάποιοι, με κατεβασμένο το κεφάλι, θα οδύρονταν για τη χαμένη ευκαιρία. Και κάποιοι άλλοι – κι ο Κωστάλας πίστευε ότι θα ήταν ανάμεσά τους – θα χαμογελούσαν, πριν πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά. Για οχτώ μήνες.

Έσβησε το φωτάκι, ξανάβαλε το εισιτήριο στην τσέπη, έφτυσε στις παλάμες του – και τις σκούπισε, για να μην κολλάνε στο τιμόνι – και στο τέλος γύρισε το κλειδί της μηχανής. Η μαύρη Άλφα Ρομέο με τον αριθμό κυκλοφορίας ΤΜ-1973 κατηφόρισε προς το κέντρο μιας τρομαγμένης πόλης, στους δρόμους της οποίας – επίγειους και υπόγειους – είχε αρχίσει, μετά από λίγα χρόνια φαινομενικής γαλήνης, να τρέχει και πάλι αίμα.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Κεφάλαια 89 έως 91


89

Ο Μαυροπουκαμισάκης εξακολουθούσε να την κρατάει γερά, παρότι εκείνη δεν αντιστεκόταν πια και είχε χάσει την αρχική της διάθεση να φωνάξει. Παρ' όλα αυτά, η Εύα είχε κάτι να πει.

Μπορώ να πω κάτι; ρώτησε, κοιτώντας προς τον Παντελή. Εκείνος όμως ήταν φορτισμένος.

Θα μιλήσω πρώτα εγώ!, είπε με έντονη φωνή, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να μην τρέμει. Δεν ήταν εύκολο. Το κείμενο που είχε πριν από λίγο διαβάσει του φανέρωνε όχι μόνο αυτά που υποψιαζόταν για την κοπέλα που τον παράτησε, αλλά και αυτά που αγνοούσε και που είχαν σημαδέψει τη ζωή του κι εκείνη της οικογένειάς του.

Σίγουρα δεν μπορεί να έφταιγε η Εύα για τα πάντα. Όλα αυτά τα χρόνια παίζονταν παιχνίδια στα οποία πιθανώς και εκείνη να είχε συρθεί, χωρίς να έχει μεγάλα περιθώρια επιλογής. Το γράμμα όμως – αυτό το γράμμα που ο Παντελής είχε κρύψει, σχεδόν κάτω από τη μύτη της, σε μια κόχη στο φρεάτιο που είχαν ανακαλύψει οι δυο τους, κάποτε, στα Τουρκοβούνια – την ονόμαζε ευθέως σαν υπεύθυνη για υπεξαίρεση ενός μεγάλου ποσού. Και ο Παντελής απαιτούσε να ακούσει την εξήγηση. Έστω, τη δική της εξήγηση.

Η Εύα περίμενε υπομονετικά να τελειώσει ο Παντελής. Όταν ήρθε η σειρά της, τον παρακάλεσε να την ακούσει προσεκτικά. Και μπήκε κατευθείαν στο θέμα.

Πράγματι, εγώ κι ο Κώστας διαχειριστήκαμε τα λεφτά από τον δεκαπενταύγουστο του '69 και μετά. Με μια συμφωνία όμως: ότι ο καθένας θα ήταν υπεύθυνος για το πενήντα τοις εκατό – και δε θα ρωτούσε για το άλλο πενήντα. Θέλω όμως να καταλάβεις ένα πράγμα, Παντελή. Δεν τα πήρα για τον εαυτό μου τα λεφτά. Θα μπορούσα να είχα χτίσει μια βίλλα, να ζήσω με πολυτέλεια – θα έφταναν και θα περίσσευαν για όλη μου τη ζωή. Δεν το έκανα όμως. Τουλάχιστον όχι εγώ, όχι με το δικό μου πενήντα τοις εκατό.

Κι όταν λέμε δικό μου, δεν ήταν δικό μου. Ήταν για την πατρίδα μου. Κι εσύ ξέρεις ποια είναι η πατρίδα μου. Είναι τα χρήματα που θα πήγαιναν στον αγώνα μας αν δε μας πουλούσε τότε ο Υπουργός σας που το κανόνισε μαζί με κάποιους τύπους από τη Μαδρίτη. Άλλο που δεν ήθελαν κι αυτοί! Αυτό το πενήντα τοις εκατό είναι τα λεφτά που έβαζε η Φροντιέρρα όλα αυτά τα χρόνια που κάποιοι στην Ελλάδα έκαναν το κορόιδο και δεν κατέθεταν ούτε δραχμή.

Αυτά τα λεφτά, λοιπόν, αποφάσισα μαζί με τους συντρόφους μου να τα βάλουμε κάπου που θα πιάσουν τόπο. Μαζί είχαμε πρωτοέρθει σε τούτην εδώ τη στοά – θυμάσαι; Ήταν σημαντικό για μένα να συνεχίσω αυτή την έρευνα. Και ξέρεις πολύ καλά ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τη χρηματοδοτήσει ούτε η ισπανική κυβέρνηση ούτε κανείς άλλος. Ήταν, επομένως, μια μεγάλη ευκαιρία – η μοναδική ευκαιρία – να το κάνω εγώ.

Με τη βοήθεια του Κώστα, βρήκα μια θέση στη Νομαρχία, για να έχω να βγάζω το ψωμί μου. Και μη νομίζεις – εκείνος απλά είχε τις γνωριμίες. Όλα τα λαδώματα και τα φιλοδωρήματα για να πάρω ελληνική υπηκοότητα, εγώ τα πλήρωσα. Το ίδιο και τα μαθήματα ελληνικών. Αυτό για να δεις, πόσο σημαντικό μου ήταν να συνεχίσω την έρευνα.

Ο Παντελής άκουγε με προσοχή. Δεν χρειαζόταν να κάνει καμία ερώτηση – η Εύα, χειμαρρώδης όπως πάντα, ακόμα και στα ελληνικά, τα έλεγε όλα πριν προλάβει αυτός να ρωτήσει.

Η έρευνα, συνέχισε η Εύα, έδειξε ότι οι υπόγειες στοές εκτείνονται σε συνολικό μήκος πολλών χιλιομέτρων. Αλλά στην ουσία πρόκειται για έναν μεγάλο βασικό άξονα με διάφορα παρακλάδια. Ο άξονας ξεκινάει από τα Τουρκοβούνια και καταλήγει δίπλα στην κοίτη του Ηριδανού, στο ανατολικό άκρο του Κεραμεικού. Δηλαδή ουσιαστικά συνδέει το ψηλότερο σημείο της παλιάς, εντός των τειχών, Αθήνας με το χαμηλότερο.  

Αυτό που μας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι αυτό το χαμηλότερο σημείο είναι ανάμεσα σε διάφορα μνημεία όλων των μεγάλων θρησκειών. Εκεί κοντά είναι οι Άγιοι Ασώματοι, πιο βόρεια οι αρμένικες εκκλησίες, λίγο παραπάνω ήταν επί τουρκοκρατίας ένα τζαμί. Το πλησιέστερο όμως θρησκευτικό κτίσμα είναι η συναγωγή.

Ψάχνοντας κάμποσο – και πρέπει να σου πω ότι οι θρησκευτικές κοινότητες ήταν μάλλον απρόθυμες να βοηθήσουν, ειδικά για μια έρευνα που δεν είχε την επίσημη σφραγίδα του κράτους – βρήκαμε ότι η εγγύτητα στη συναγωγή δεν είναι κάτι τυχαίο.

Ο Παντελής απόρησε. Όχι μόνο με τα καλά ελληνικά της Εύας – ούτε που θυμόταν πότε είχε ο ίδιος χρησιμοποιήσει για τελευταία φορά τη λέξη εγγύτητα – αλλά και με όσα μάθαινε για την πόλη που μεγάλωσε.

Η Εύα συνέχισε να εξηγεί. Οι στοές κατά πάσα πιθανότητα χρησιμοποιήθηκαν σαν υπόγειο δίκτυο προστασίας και διαφυγής της εβραϊκής κοινότητας της Αθήνας. Δεν μπορούμε βέβαια να το πούμε με σιγουριά αλλά έχουμε αρκετές ενδείξεις – όπως, για παράδειγμα, τα άστρα του Δαβίδ που υπάρχουν σε πολλά σημεία σε όλο το μήκος του άξονα. Οι εβραίοι σε όλον τον κόσμο βρέθηκαν πολλές φορές υπό διωγμό, άλλωστε. Παρόμοια μυστικά δίκτυα υπάρχουν και αλλού.

Και πώς ανακάλυψαν το δίκτυο της Αθήνας οι εβραίοι; ρώτησε ο Παντελής.

Αυτό είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι, παραδέχτηκε η Εύα. Είναι πιθανό απλά να το βρήκαν έτοιμο κάποιους αιώνες μετά την κατασκευή του από τους καταλανούς. Σ' αυτήν την περίπτωση, το πολύ-πολύ να ευχαριστούσαν την καλή τους τύχη ή, δεν ξέρω, ίσως τον θεό που το έφερε μπροστά τους. Είναι όμως πιθανό και το άλλο: Να το παρέλαβαν.

Δηλαδή; Αυτή τη φορά την ερώτηση την έκανε η Κατερίνα. Παρακολουθούσε κι αυτή με ενδιαφέρον, όπως και ο Μαυροπουκαμισάκης, που είχε πια σταματήσει να κρατάει την Εύα και είχε περιοριστεί στο ρόλο του ακροατή.

Προσέξτε τις χρονολογίες. Το 1388 έχασαν οι καταλανοί την κυριαρχία στην Αθήνα. Εντάξει;

Εντάξει, απάντησαν σχεδόν ταυτόχρονα οι άλλοι.

Η επιγραφή όμως που έχουμε εδώ, λέει 1397. Έτσι τέλος πάντων το ερμηνεύουμε εμείς. Και λέμε ότι ίσως οι καταλανοί να έμειναν εδώ για κάμποσο καιρό.

Μα τα εννιά χρόνια είναι ήδη κάμποσος καιρός, παρατήρησε η Κατερίνα.

Ναι, αλλά αν αντέξεις τα εννιά χρόνια, αντέχεις και τα ενενήντα εννιά. Αν θέλεις να σώσεις το τομάρι σου και να διαιωνίσεις τη γενιά σου – και εκείνοι οι καταλανοί ήταν πολύ περήφανοι για τη γενιά τους – βρίσκεις τον τρόπο να το κάνεις. Η Εύα διαπίστωσε ότι οι ακροατές της την κοιτούσαν απορημένοι και μάλλον δεν είχαν πειστεί. Εκείνη συνέχισε. Σας είπα, αυτό είναι το πιο δύσκολο μέρος. Οι μαρτυρίες είναι δυσεύρετες. Ο πιο σκοτεινός αιώνας είναι ο δέκατος πέμπτος. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι κάποια στιγμή κατέκτησαν την Αθήνα, όπως και τα περισσότερα κομμάτια του Βυζαντίου, οι οθωμανοί. Και φτάνουμε σε μια χρονιά-ορόσημο. Το 1492.

Εκτός από την ανακάλυψη της Αμερικής, εκείνη η χρονιά είναι γνωστή και για κάτι άλλο. Ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα έδιωξαν πολλούς εβραίους απ' όλη την Ισπανία. Πολλοί απ' αυτούς έγιναν δεκτοί με μεγάλη χαρά από τον Σουλτάνο. Και εγκαταστάθηκαν στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας.

Εδώ ξαναμίλησε η Κατερίνα, που μάλλον είχε διαβάσει κάποτε κάτι σχετικό. Όχι όμως στην Αθήνα! Οι περισσότεροι πήγαν στις πιο ανθηρές οικονομικά πόλεις. Στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Σμύρνη. Η Αθήνα ήταν σε παρακμή.

Έτσι νομίζουν όλοι, απάντησε η Εύα. Πραγματικά, οι επίσημες πηγές της εβραϊκής ιστορίας αναφέρουν ότι στην Αθήνα υπήρχε μόνο ρωμανιώτικη παροικία, δηλαδή οι εβραίοι που έμειναν από τα βυζαντινά χρόνια, και όχι σεφαραδίτες από την Ισπανία. Η Αθήνα, όμως, δεν ήταν και τόσο ασήμαντη όσο νομίζουμε. Ήταν ένα από τα κομβικά σημεία, μια πύλη εισόδου για μια δύσκολη περιοχή για τους οθωμανούς – την Πελοπόννησο, που ήταν γεμάτη από άπιστους χριστιανούς. Η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να έχει εμπόριο. Δεν υπήρχε λόγος να μην πάνε και εκεί οι σεφαραδίτες.

Τελικά πήγαν ή δεν πήγαν; ρώτησε ο Παντελής, που είχε αρχίσει να ανυπομονεί.

Πήγαν – και μάλιστα, πήγαν διαβασμένοι. Κάποιοι από τους εβραίους της Καταλονίας ήξεραν για το χειρόγραφο του Μοντσερράτ. Είχαν ακούσει για την πραγματική επτάλοφο και πήγαν να την ανακαλύψουν. Και με την επιμονή τους κατάφεραν να βρουν όχι μόνο τις υπόγειες στοές αλλά και τους ανθρώπους που ακόμα τις κατοικούσαν και που, στην ουσία, ήταν συμπατριώτες τους. Μιλούσαν την ίδια γλώσσα! Και έτσι δημιουργήθηκε μια γέφυρα ανάμεσα στην καταλανική κυριαρχία και τους εβραίους της Αθήνας. Μια γέφυρα που φτάνει μέχρι σήμερα. Φυσικά οι καταλανοί ερημίτες αφομοιώθηκαν από τους εβραίους της Καταλονίας, κι αυτοί με τη σειρά τους από τους ρωμανιώτες, που έτσι κι αλλιώς είχαν το πάνω χέρι στην Αθήνα. Η γλώσσα χάθηκε – αλλά τα έργα των καταλανών έμειναν και έγιναν έργα των εβραίων.

Οι τρεις ακροατές της Εύας έμειναν για λίγο αμίλητοι. Αν όμως τους ρωτούσε κανείς, θα έλεγαν και οι τρεις με ένα στόμα ότι η ιστορία της Εύας ήταν τραβηγμένη απ' τα μαλλιά. Ο Παντελής δε σταμάτησε να πιστεύει ότι η Εύα είχε δημιουργήσει ένα πολύπλοκο παραμύθι για να αποκρούσει την κατηγορία περί υπεξαίρεσης. Η Κατερίνα, πιο διαβασμένη απ' όλους, ήξερε μέσες-άκρες την ιστορία και πίστευε ότι, ακόμα κι αν τα λόγια της Εύας ήταν αρλούμπες, τουλάχιστον ήταν προσεγμένες και είχαν μια λογική συνέχεια – ακόμα κι αν τους έλειπε η τεκμηρίωση. Ο Μαυροπουκαμισάκης ήταν ο πρώτος που εξέφρασε τη δυσπιστία του με έναν πολύ απλό τρόπο:

Ήντα' ναι τούτα που μας λες;


90

Ένας θόρυβος τράβηξε την προσοχή τους και διέκοψε τη συζήτηση που είχαν ξεκινήσει σχετικά με τις εικασίες της Εύας. Για την ακρίβεια ήταν μια βουή, υπόκωφη στην αρχή, που με την ώρα γινόταν πιο συγκεκριμένη, μεταφραζόταν σε βήματα και – πού και πού – κάτι που έμοιαζε με τον ήχο ανθρώπινης φωνής, μακρινής βέβαια και απροσδιόριστης.

Πριν ακόμα σκεφτεί κάποιος να κινηθεί προς το εσωτερικό της στοάς – το μέρος απ' όπου φαίνονταν να έρχονται οι ήχοι – η Εύα πρόλαβε και φώναξε:

Ροζέ;

Το ζήτα το πρόφερε παχύ, όπως οι γάλλοι τη λέξη πλαζ. Παρ' όλα αυτά οι υπόλοιποι άργησαν λίγο να καταλάβουν ότι επρόκειτο για όνομα. Μόνο όταν ο Ντεφλόρ απάντησε – κάτι στα καταλανικά, το δίχως άλλο – κατάλαβαν ότι η Εύα ήξερε αυτούς που έρχονταν.

Ο Μαυροπουκαμισάκης κοίταξε προς τον Παντελή, σαν να ζητούσε να του δώσει οδηγία. Ο Παντελής όμως έμεινε ακίνητος, απλά κοιτώντας κι αυτός προς τη μεριά απ' όπου έρχονταν οι άγνωστοι επισκέπτες. Δεν ένιωθε την ανάγκη να αμυνθεί απέναντι σε κάτι. Δεν ένιωθε ότι εκεί μέσα γινόταν κάτι για το κακό του. Ήταν πικραμένος με την Εύα, νευριασμένος – ακόμα – μαζί της, αλλά μέχρι εκεί. Η Εύα δεν είχε κανένα λόγο, κανένα συμφέρον να τον παγιδέψει. Θα μπορούσε να συνεχίσει αυτά που έκανε – τις μυστικές της έρευνες για λογαριασμό της εθνικής υπόθεσης των καταλανών – χωρίς να κάνει κοινωνούς των πληροφοριών και των γνώσεών της τον Παντελή και δύο άλλους έλληνες που εκείνη δε γνώριζε.

Η Εύα ξεκίνησε να πηγαίνει προς τη μεριά του φρεατίου. Ο Μαυροπουκαμισάκης – χωρίς να περιμένει νεύμα ή κουβέντα από τον Παντελή – την ακολούθησε. Η Κατερίνα, εξαντλημένη από την ταλαιπωρία εκείνης της μέρας, δεν είχε το κουράγιο να σηκωθεί. Ο Παντελής αποφάσισε να μείνει κοντά της. Όσο η Εύα επικοινωνούσε με τους συμπατριώτες της που πλησίαζαν, ο Παντελής αποφάσισε να ξαναρίξει μια ματιά στην πλάκα. Κάτι πρέπει να υπήρχε πάνω από το ένα και το τρία. Αυτή τη φορά η αρχαιολόγος δεν ήταν εκεί να τον σταματήσει.

Πραγματικά, με αρκετή προσοχή φαινόταν μια μικρή διαφοροποίηση στο χρώμα – παρόλο που η υφή ήταν ίδια. Ο Παντελής φώναξε την Κατερίνα και εκείνη, παρά την κούρασή της, γονάτισε για να δει κι αυτή. Μετά από προσεκτική παρατήρηση, οι δυο τους επιβεβαίωσαν ότι πάνω από τα τέσσερα ψηφία υπήρχε μια ακόμα αναγραφή – για την ακρίβεια, δύο γράμματα: το ταυ και το μι.

Ταυ και μι. Το πρώτο, και μοναδικό, πράγμα που ήρθε στο μυαλό τους ήταν η λέξη Τάμα. Ποιο τάμα όμως; Του Έθνους; Ή αυτό του Πίπη, με την επαναφορά της δημοκρατίας, με το γύρισμα του τροχού, που – όπως θα έλεγε και ο Πολύβιος – δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εναλλάσσεται ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ελευθερία και την απολυταρχία;

Θυμήθηκαν την παρακαταθήκη του Πίπη, αυτή που δεν τόλμησε να πραγματοποιήσει ο Δανιηλίδης. Τρία χρόνια μετά το θάνατό μου, τα τρία χρόνια πέρασαν και βρίσκονταν ήδη στο 1973. Χωρίς να καταλάβει το πώς, απλά και μόνο με τα παιχνίδια του μυαλού του, ο Παντελής ανακάλυψε ότι οι αριθμοί μπορούσαν να διαβαστούν με έναν ακόμα τρόπο – αυτή τη φορά όχι τον απλούστερο, αλλά ξεκινώντας από πάνω αριστερά και συνεχίζοντας ανάποδα από τη φορά του ρολογιού.


1
3




=
1973


9
7




91

Το ύψος ήταν αρκετά μεγάλο – μερικές δεκάδες μέτρα. Οι δέσμες φωτός των φακών δεν ήταν αρκετά δυνατές για να συναντηθούν. Οι κάτω έβλεπαν από τους πάνω μόνο μια μεγάλη φωτεινή τελεία – το ίδιο έβλεπαν και η Εύα με τον Μαυροπουκαμισάκη, κοιτάζοντας προς τον πάτο του φρεατίου.

Αν βρίσκονταν πιο κοντά, θα άκουγαν το λαχάνιασμα πέντε ανθρώπων, που είχαν περπατήσει για πάνω από δύο ώρες στην υπόγεια Αθήνα. Ένας απ' αυτούς σκεφτόταν – όπως πάντα – την ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την ακρίβεια, είχε σιγουρευτεί ότι ποτέ πια δεν θα του φαινόταν κουραστικό να ξανανέβαινε τα σκαλιά της Αγίου Νικολάου, που οδηγούσαν από το κέντρο της πόλης προς το κάστρο της. Σκεφτόταν επίσης τον συντοπίτη και φίλο του, που βρισκόταν μαζί του όλο το απόγευμα, μέχρι την ώρα που άρχισαν να τους κυνηγούν εκεί κάπου στα Εξάρχεια. Θυμόταν τον πυροβολισμό, τότε που χώρισαν οι δρόμοι τους και ο καθένας έτρεχε για να προφυλάξει τον εαυτό του.

Ο Γρηγόρης δεν σκεφτόταν το σπίτι του. Δεν του έλειπε η Κατερίνα. Δεν τον ένοιαζε αν θα ανησυχούσε – παρέα είχε –, ούτε και πίστευε ότι ανησυχούσε γι' αυτόν. Φυσικά, δεν φανταζόταν ότι η γυναίκα του βρισκόταν εκεί κοντά. Ούτε μπορούσε να μαντέψει πώς και με ποιους είχε έρθει.

Οι σκέψεις του Σωκράτη ήταν διαφορετικές. Τον απασχολούσε ο άμεσος περίγυρός του: οι στοές και οι τρεις άγνωστοι που τους οδηγούσαν μέσα σ' αυτές. Όση ώρα περπατούσαν δεν είχαν ανταλλάξει με τον Γρηγόρη παρά ελάχιστες κουβέντες, και μ' αυτούς καμία. Απλά τους ακολουθούσαν. Ο Γρηγόρης του εξήγησε ότι τους είχε δει στη διαδήλωση – και άρα μάλλον κυνηγημένοι ήταν κι αυτοί. Αλλά, κυνηγημένοι που ήξεραν πού πηγαίνουν. Θα έλεγε κανείς ότι τους ξεναγούσαν, τον Σωκράτη και τον Γρηγόρη, σε ένα απέραντο δικό τους κελάρι, με μυρωδιά βαριά, που όμως όσο προχωρούσαν γινόταν λιγότερο δυσάρεστη – πιο πολύ μούχλα παρά βρώμα.

Οι τρεις είχαν μείνει αμίλητοι, και μόνο όταν πλησίαζαν στο φρεάτιο αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες με μια γυναικεία φωνή, που μάλλον ήταν το πρόσωπο που κρατούσε το φακό στο πάνω μέρος. Κουβέντες σε μια άγνωστη γλώσσα, θα μπορούσαν να είναι ιταλικά αλλά η ομιλία δεν ήταν τραγουδιστή όπως των δυτικών γειτόνων.

Ο Σωκράτης διαπίστωσε ότι βρίσκονταν σε ένα μέρος λιγότερο στριμωγμένο. Στη βάση του φρεατίου μπορούσαν να σταθούν επιτέλους όρθιοι – καλά μαντάτα για τη μέση του, που είχε αρχίσει να τον ενοχλεί μετά από το αδιάκοπο βάδισμα. Μπορούσαν επίσης να αναπνεύσουν λίγο καλύτερα – ένιωθαν μάλιστα να έρχεται και λίγο πιο δροσερός ο αέρας, σημάδι ότι βρίσκονταν κάπου κοντά σε ένα από τα στόμια αυτού του απίστευτου υπόγειου δικτύου.

Ακόμα πιο απίστευτος, όπως είδε ο Σωκράτης, ήταν ο τρόπος κατασκευής του φρεατίου στο οποίο βρίσκονταν. Με την αφή μπορούσε να καταλάβει ότι το τοίχωμα ήταν φτιαγμένο από τούβλα. Του έκανε εντύπωση το πόσο λείο ήταν, καθώς και η καλή ποιότητα του αρμολογήματος. Προσπάθησε να συνεννοηθεί στα αγγλικά με έναν από τους τρεις ξένους συνοδοιπόρους τους. Εξκιούζ μι…

Παρακαλώ; απάντησε αυτός που κρατούσε το φακό. Στα ελληνικά. Η συνεννόηση του Σωκράτη έγινε έτσι ευκολότερη. Ζήτησε από τον συνομιλητή του να φωτίσει, με το φακό, τον τοίχο στο σημείο που είχε αγγίξει με το χέρι του. Έτσι και έγινε – και ο Σωκράτης ένιωσε ότι η μορφή του τοιχώματος του ήταν γνώριμη. Το ίδιο και το χρώμα των τούβλων – αυτό το πορτοκαλοκόκκινο. Σαν να είχε ξαναβρεθεί στο ίδιο μέρος. Ή σε κάποιο παρόμοιο.

Σε κάποιο παρόμοιο…  Μόνο ένα μέρος θυμόταν που έμοιαζε μ' αυτό. Ήταν βέβαια λουσμένο στο φως, γεμάτο με ζωή. Ήταν και μεγαλύτερο. Είχε και δυο ανελκυστήρες για να ανεβοκατεβάζουν τον κόσμο.

Το ασανσέρ… Και αστραπιαία ήρθε στο μυαλό του η αφήγηση του Ολούρ Ολμάζ. Εκείνη η απίστευτη ιστορία για το αθηναϊκό ασανσέρ, που ήταν πιστό αντίγραφο εκείνου της Σμύρνης. Κρυμμένο μέσα σε ένα λόφο της Αθήνας… Βρίσκονταν άραγε οι πέντε τους στο εσωτερικό κάποιου από τους λόφους; Ήταν πιθανό – είχαν ξεκινήσει από την Κιάφας και, παρότι η διαδρομή ήταν πολύπλοκη, με αρκετές αλλαγές πορείας, θυμόταν ότι περισσότερο ανέβαιναν παρά κατέβαιναν. Ίσως να βρίσκονταν μέσα στο Λυκαβηττό ή τα Τουρκοβούνια.

Σύντομα οι φωνές των ξένων τον επανέφεραν στην πραγματικότητα της στιγμής. Βρίσκονταν στο απέναντι τοίχωμα και προσπαθούσαν να σταθεροποιήσουν το κάτω άκρο μιας φορητής σκάλας. Φαινόταν εύκαμπτη και μάλλον θα ήταν από πολύ γερό σκοινί ή συρματόσχοινο. Προφανώς και αυτοί που ήταν στο πάνω μέρος προσπαθούσαν να τη στερεώσουν γερά, ώστε να αντέξει για να ανέβουν οι πέντε άνθρωποι επάνω – έστω, να ανέβουν ένας-ένας. Ο Γρηγόρης τούς ρώτησε αν χρειάζονται βοήθεια. Εκείνοι είπαν όχι.

Όσο περίμεναν να τελειώσει η επεξεργασία, ο Σωκράτης συνέχισε να περιεργάζεται τον τοίχο. Το ειδικό τούβλο από τη Μασσαλία… Εδώ λοιπόν είχε καταλήξει το πλεονάζον φορτίο που πλήρωσε ο Λεβή. Εδώ είχαν κάνει οι εβραίοι της Αθήνας, κάτω από τη μύτη όλων των άλλων αθηναίων, το πιλοτικό τούνελ πριν κατασκευαστεί αυτό της Σμύρνης. Εδώ ήταν το στέκι τους άραγε; Η κρυψώνα τους στις δύσκολες ώρες; Ποιος ξέρει; Άραγε ήταν εβραϊκά τα σύμβολα που είχε δει σε διάφορα σημεία όση ώρα περπατούσαν;

Έπιανε με το χέρι του ένα ένα τα τούβλα. Μακριά από το φυσικό φως, αυτός ο όμορφος και προσεκτικά φτιαγμένος τοίχος χαραμιζόταν. Ο Σωκράτης θαύμαζε την υπομονή των ανώνυμων ανθρώπων που εργάστηκαν, ένας θεός ξέρει για πόσο καιρό, μέσα στο σκοτάδι.

Σε κάποιο σημείο η αφή τού φάνηκε διαφορετική. Πιο λεία. Χτύπησε τον τοίχο με το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι. Ήταν σαν να χτυπούσε μέταλλο με μέταλλο. Περίεργο.

Φώναξε τον Γρηγόρη να το πιάσει κι εκείνος. Υπήρχε λοιπόν ένα τούβλο που δεν ήταν τούβλινο, ήταν μεταλλικό. Ο Σωκράτης το χτύπησε με το κάτω μέρος της παλάμης του – σαν να του έκανε ένα απαλό χτύπημα καράτε. Το χτύπησε ξανά και ξανά, με λίγο μεγαλύτερη δύναμη, όσο άντεχε χωρίς να φτάσει στο σημείο να πονέσει. Μέχρι που το κάτω μέρος υποχώρησε. Ήταν ένα πορτάκι – χωρίς μεντεσέ, απλά στερεωμένο σαν πλακάκι ανάμεσα στα τούβλα, με λίγη κονία που με τον καιρό είχε χαλαρώσει.

Να λοιπόν μια μικρή κρυψώνα μέσα στη μεγάλη. Ο Σωκράτης έβαλε μέσα το χέρι του και τράβηξε ένα μικρό μεταλλικό κουτί, λίγο πλακέ στο σχήμα. Με μια γρήγορη κίνηση το έβαλε στη μέσα τσέπη του σακακιού του – ίσα που χωρούσε. Οι τρεις ξένοι δεν κατάλαβαν τίποτα. Ούτε καν ο Γρηγόρης, που είχε γυρίσει την πλάτη στον Σωκράτη και τους παρατηρούσε την ώρα που έλεγχαν τη σκάλα και συνεννοούνταν με τη γυναίκα που βρισκόταν επάνω.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Κεφάλαια 85 έως 88


85

Ακούγοντας την πόρτα να κλείνει, η Κατερίνα δεν περίμενε καν ν' ακούσει το θόρυβο του ασανσέρ. Άρχισε να ντύνεται – είχε βαρεθεί να φορά νυχτικά και πασούμια, τόσες μέρες κλεισμένη στο σπίτι. Διαψεύδοντας τα στερεότυπα που θέλουν τις γυναίκες να καταναλώνουν άπειρο χρόνο για τον καλλωπισμό τους, η Κατερίνα ήταν ντυμένη και περιποιημένη – πραγματικά όμορφη – μέσα σε πολύ λίγη ώρα.

Το ραντεβού της ήταν στην Πλατεία Αιγύπτου, στις τέσσερις. Η ανέλπιστη αποχώρηση της μητέρας της τη διευκόλυνε αφάνταστα. Έβαλε κι εκείνη βέβαια το χέρι της, και ολίγη υποκριτική τέχνη, για να την πείσει ότι η θεία Χρυσούλα την είχε – τη μάνα της Κατερίνας – περισσότερη ανάγκη απ' ό,τι η ίδια. Η μητέρα του Σωκράτη είχε τηλεφωνήσει ανήσυχη την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Ο γιος της είχε φύγει από το πρωί – ποιος ξέρει αν είχε μπλέξει με τίποτα παρέες στην κατάληψη ή σε τυχόν επεισόδια. Εκείνη, ακούγοντας τη φασαρία των δρόμων από τη μια, και περιμένοντας το γιο της να φανεί από την άλλη, δεν τολμούσε να βγει από το ξενοδοχείο. Ακουγόταν κατατρομαγμένη, κι έτσι η ιδέα της Κατερίνας να στείλει τη μάνα της, για να δει τι γίνεται και να της κάνει παρέα, δε φάνηκε και πολύ παράξενη. Η Στάσα η Φραγκήδαινα περνιόταν πάντα για πιο θαρραλέα. Δεν ήθελε και πολύ η κόρη της να την πιάσει στο φιλότιμο και μ' αυτόν τον τρόπο να υπερνικήσει τους ενδοιασμούς που σίγουρα είχε.

Δεν ήταν να κυκλοφορείς εκείνη την ημέρα στο κέντρο. Και η Κατερίνα το διαπίστωσε όταν βγήκε έξω κι άρχισε να περπατάει. Δεν υπήρχαν ακόμα μπλόκα στη διαδρομή κατά μήκος της Χέυδεν μέχρι την Μαυρομματαίων και από κει προς τον τόπο του ραντεβού, όμως στους δρόμους και τα πεζοδρόμια γινόταν το αδιαχώρητο και η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, για κάποιον λόγο που η Κατερίνα δεν μπορούσε να προσδιορίσει.

Αναρωτιόταν αν θα ήταν δυνατό να τον διακρίνει μέσα στην πολυκοσμία. Το μήνυμα που της μετέφερε η Βάσω δεν ήταν πιο συγκεκριμένο: Θα βρίσκονταν στην Ιουλιανού; Στην είσοδο του Πεδίου του Άρεως; Στο κάτω πεζοδρόμιο της Πατησίων; Τελικά δε δυσκολεύτηκε και τόσο. Τον είδε δίπλα σ' ένα περίπτερο, να περιμένει καπνίζοντας. Βοήθησαν και τα ρούχα που αυτός φορούσε. Και ειδικότερα, το πουκάμισο. Μαύρο – όπως και τότε, στη φωτογραφία που έκανε το γύρο της Ελλάδας μετά από την αεροπειρατεία.

Έμεινε να τον κοιτάζει για λίγα λεπτά, πριν πάει να του μιλήσει και να πέσει στην αγκαλιά του. Ήταν ένα μικρό θαύμα το ότι η Βάσω κατάφερε να τον βρει – στον δεύτερο αριθμό, τον αθηναϊκό. Αργότερα, όταν κάθησαν στο πάρκο να μιλήσουν (το ζήτησε η Κατερίνα για να αποφύγει να κουράζεται), της εξήγησε ότι είχε πάρει το καράβι αμέσως μόλις έμαθε ότι ξεκίνησε η εξέγερση – ότι ήρθε η ώρα. Άφησε πίσω του τη δουλειά που με αρκετό κόπο είχε καταφέρει να βρει – σε κάποιον συγγενή του που είχε μεταφορική εταιρεία στο Ηράκλειο – και ήρθε στο σπίτι ενός παλιόφιλου στο Κουκάκι, ενός πραγματικά δικού του ανθρώπου. Ένιωθε το σπίτι του φίλου σαν σπίτι του, και το τηλέφωνό του σαν τηλέφωνό του. Τουλάχιστον, αυτό είχε δώσει στην Κατερίνα, μαζί με του σπιτιού του. Συνήθως δεν βρισκόταν στο αθηναϊκό τηλέφωνο αλλά η Κατερίνα δεν θα 'χανε τίποτα αν κράταγε κι αυτό το σημείο επαφής.

Υπήρχε κι άλλο ένα μικρό θαύμα. Αυτό που δεν έγινε σε τεσσεράμισι χρόνια γάμου – και που, όσο κι αν την απογοήτευε ο γάμος της, μέχρι πριν ένα εξάμηνο δεν είχε συνειδητά σταματήσει να το επιδιώκει – συνέβη σε μία και μόνο νύχτα στο Ηράκλειο, χωρίς να αποτελεί μέρος κάποιου σχεδίου. Ο Μαυροπουκαμισάκης όμως αιφνιδιαστικά – με σωστό πειρατικό ρεσάλτο – μπήκε στη ζωή της. Όταν του ανακοίνωσε ότι περιμένει το παιδί του, δεν μπήκε στον κόπο να τη ρωτήσει αν είναι σίγουρη, ούτε άρχισε να αναρωτιέται τι θα κάνουν. Μονάχα την πήρε αγκαλιά και με τα δυο του χέρια, κι έμειναν έτσι εκεί, σ' ένα παγκάκι, για κάμποση ώρα, μέχρι που νύχτωσε κι ακόμα πιο πολύ.


86

Κάποιοι άλλοι πειρατές, που λειτουργούσαν τον ραδιοσταθμό μέσα απ' το Πολυτεχνείο, ανακοίνωσαν ότι καταλήφθηκε η Νομαρχία. Ένας ακροατής που δε βρισκόταν στην περιοχή ίσως σχημάτιζε την εντύπωση ότι η φοιτητική και νεανική διαμαρτυρία είχε αρχίσει πια να εξαπλώνεται, να παίρνει χαρακτήρα εξέγερσης. Όσοι βρίσκονταν στην περιοχή δεν ήταν, κατά κανόνα, ακροατές και έτσι δεν μπορούσαν να συγκρίνουν.

Ούτε ο Γρηγόρης με τον φίλο του ήταν ακροατές. Δεν είχαν μαζί τους ραδιοφωνάκι – και, ακόμη κι αν είχαν, δεν θα μπορούσαν να το ακούσουν μέσα στο χαμό. Σίγουρα όχι όσο βρίσκονταν στη Νομαρχία, από την ώρα που μπήκαν μέσα – σχεδόν με μέθοδο ριφιφί – μέχρι τότε που, ακολουθώντας τους πολλούς, ξαναβγήκαν έξω στην Αιόλου. Ο Γρηγόρης δεν κατάλαβε αν κάτι τους ανάγκασε να φύγουν ή αν το αποφάσισαν από μόνοι τους. Στην έξοδο, που έγινε από την κανονική πύλη του κτιρίου και όχι από το παρακείμενο κατάστημα, δεν τους εμπόδισε η αστυνομία ή κανείς άλλος. Τα οχήματα και οι πεζοί αστυνομικοί ήταν στη Σταδίου, όπως και πριν.

Ούτε τους τρεις αγνώστους είδαν πουθενά. Η πόρτα του καταστήματος ήταν ανοιχτή όπως και πριν, αλλά δεν υπήρχε κίνηση μέσα ή μπροστά σ' αυτό. Τουλάχιστον δεν φάνηκε τίποτα, στο βιαστικό πέρασμα της ανθρώπινης μάζας, η οποία μετακινήθηκε και πάλι προς την Πανεπιστημίου. Για να πάει πού;

Η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Όλοι στο Σύνταγμα! Το έλεγαν ο ένας στον άλλο και λίγο αργότερα άρχισαν να το φωνάζουν και σαν σύνθημα. Όλοι στο Σύνταγμα, μόνο που η πρόθεση δεν είναι πάντα εύκολο να γίνει πράξη. Η αστυνομία προσπάθησε και πέτυχε να κρατήσει τον κόσμο πολύ μακριά από την κεντρική πλατεία της πόλης. Η εξέγερση δεν έφτασε πιο πέρα από τη Σανταρόζα.

Όσο περνούσε η ώρα, τα πράγματα δυσκόλευαν. Το Σύνταγμα, η συντεταγμένη πολιτεία είχε περάσει στην αντεπίθεση. Οι διαδηλωτές εξακολουθούσαν να πολιορκούν δημόσια κτίρια αλλά σταδιακά υποχωρούσαν και προσπαθούσαν να αμυνθούν με σιδερένια τείχη – με τρόλλεϋ και λεωφορεία που έκλειναν τους δρόμους γύρω απ' το Πολυτεχνείο. Θα ήταν το ίδιο αποτελεσματικά με τα ξύλινα τείχη της Σαλαμίνας; Ποιος ξέρει;

Η ατμόσφαιρα πάντως ήταν βαριά, πολεμική και τα ισχυρότερα όπλα δεν τα είχαν οι έγκλειστοι και οι άλλοι συγκεντρωμένοι. Οι δρόμοι γύρω από το Πολυτεχνείο είχαν γίνει αρκετά επικίνδυνοι. Ο Γρηγόρης και ο φίλος του βρέθηκαν στην οδό Τζωρτζ, ανάμεσα Σολωμού και Στουρνάρα, και διαπίστωναν ότι δεν υπήρχε εύκολος δρόμος για να γυρίσουν στα σπίτια τους. Τριγύρω – στην Κάνιγγος, στο Μουσείο, στη Μάρνη – υπήρχε αστυνομία και ήδη κυκλοφορούσαν φήμες ότι η χούντα θα έβγαζε στους δρόμους και τα τανκς.

Τις φήμες τις άκουσε κι ο Σωκράτης, την ώρα που η περιφρούρηση, σε συνθήκες συνωστισμού, τον άφηνε να βγει από την πλευρική πόρτα της Στουρνάρα. Η χούντα φέρνει το στρατό! έλεγαν διάφοροι, κι ο Σωκράτης δεν απορούσε πλέον ποια χούντα ήταν αυτή. Ήταν, το έβλεπε καθαρά, η χούντα που κρυβόταν πίσω από την ηρεμία, την εξαγγελία εκλογών και τα όμορφα αστικά κουστούμια των νέων υπουργών. Ήταν το αυταρχικό καθεστώς που τελικά δεν άντεξε στην πίεση και αποφάσισε να δείξει ξανά το αληθινό του πρόσωπο.

Η πίεση λειτουργούσε αμφίδρομα. Δεν ήταν όλοι το ίδιο αποφασισμένοι να μείνουν και να συνεχίσουν. Ο Ευτύχης προτίμησε να μείνει έγκλειστος και να το παλέψει μέχρι το τέλος. Ο Σωκράτης ήταν απ' αυτούς που ζήτησαν και κατάφεραν να βγουν έξω, μήπως και προστατέψουν τους εαυτούς τους από την αναμέτρηση που όλο και δυσκόλευε.

Κοντά στη διασταύρωση Τζωρτζ και Στουρνάρα, έξω από ένα καφενείο που εκείνη την ώρα είχε κι αυτό κατεβασμένα τα ρολά, ο Σωκράτης έπεσε πάνω στο Γρηγόρη και το φίλο του. Είχαν κάμποσο καιρό να ιδωθούν – ο Γρηγόρης είχε σχεδόν ενάμιση χρόνο να πάει με την Κατερίνα στο νησί.

Δε ρώτησαν ο ένας τον άλλο πώς βρέθηκε εκεί. Εκείνη την ώρα ήταν περιττό. Αυτό που τους απασχολούσε περισσότερο ήταν τι θα συνέβαινε στη διάρκεια της νύχτας και ποια θα ήταν η δική τους τύχη. Για την τύχη της εξέγερσης δεν είχαν πολλές αυταπάτες. Ο πατρινός φίλος αναρωτιόταν τι θα γινόταν αν έστω και τώρα εμφανίζονταν κάποιοι απ' τους παλιούς πολιτικούς και αποφάσιζαν να καλύψουν πολιτικά τη διαμαρτυρία ή έστω, από ανθρωπισμό και μόνο, να αποτρέψουν τη βίαιη καταστολή της.

Πουλημένοι είναι όλοι, είπε ο Γρηγόρης.

Δεν ξέρω αν είναι πουλημένοι. Μάλλον φοβούνται, αποφάνθηκε ο φίλος του. Οι τρεις τους είχαν αρχίσει να περπατούν. Ανέβαιναν τη Σολωμού προς τα Εξάρχεια, για να δουν αν υπήρχε κάποια ξεχασμένη οδός διαφυγής, πράγμα που έδειχνε απίθανο εκείνες τις ώρες. Η αστυνομία ήταν παντού – αυτή που φορούσε στολή και φαινόταν αλλά και η άλλη, ντυμένη στα πολιτικά και γι' αυτό πιο ύπουλη, σκορπισμένη μέσα στο πλήθος που, όσο απομακρυνόσουν από τον πυρήνα του, τόσο αραίωνε και σε έκανε να νιώθεις ανασφαλής, ευάλωτος.

Δεν άργησαν, όπως περπατούσαν, να γίνουν στόχος για κάποιους απ' αυτή τη δεύτερη, περίεργη συνομοταξία. Αναγκάστηκαν να τρέξουν για να γλιτώσουν απ' το κυνήγι των τριών διωκτών τους. Σε κάποιο σημείο σκόρπισαν. Για την ακρίβεια, ο φίλος του Γρηγόρη έφυγε προς τα αριστερά και οι άλλοι δύο προς τα δεξιά. Οι μυστικοί, ή ό,τι άλλο ήταν, διάλεξαν να κυνηγήσουν τον πιο εύκολο στόχο – εκείνον που ήταν μόνος του. Λίγο αργότερα ακούστηκαν δυο πυροβολισμοί. Ίσως να ήταν από τη μεριά που ήταν ο πατρινός φίλος, ίσως από αλλού. Ο Γρηγόρης με τον Σωκράτη πάντως συνέχισαν να τρέχουν, σχετικά κοντά ο ένας στον άλλο. Δεν ήταν φρόνιμο να σταματήσουν.

Κάποια στιγμή βρήκαν ένα γιαπί και μπήκαν μέσα. Περνώντας μέσα από άμμο και λάσπες, βρέθηκαν στην πίσω αυλή ενός εγκαταλελειμμένου παλιού σπιτιού. Στην πρόσοψή του έβγαζε ένας στενός, χορταριασμένος διάδρομος. Σκαρφάλωσαν στην πύλη, κοίταξαν τριγύρω και, αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν περνούσε κανείς, κατέβηκαν με προσοχή στο πεζοδρόμιο και συνέχισαν να περπατούν.

Ο Σωκράτης δεν ήξερε τα στενά. Ούτε κι ο Γρηγόρης ήταν άσσος στον προσανατολισμό, αλλά η γενική του αίσθηση ήταν ότι βρίσκονταν κάπου κοντά στην Ακαδημίας. Πραγματικά, σε μερικές δεκάδες μέτρα απόσταση έβλεπαν τον γνώριμο, φαρδύ δρόμο. Ένιωσαν και οι δύο ένα είδος ανακούφισης που αναγνώριζαν τις συντεταγμένες τους. Δεν ένιωσαν όμως καθόλου ευχάριστα όταν είδαν ότι κάποιοι αστυνομικοί, που προφανώς διέκριναν τις σιλουέτες τους παρότι περπατούσαν τοίχο τοίχο, άρχισαν να έρχονται από την Ακαδημίας προς το μέρος τους.

Έτρεξαν αμέσως στο στενό που βρισκόταν δεξιά τους. Δυστυχώς όμως ήταν ένα μικρό λοξό δρομάκι που λίγο παρακάτω ξανάβγαζε στην Ακαδημίας. Ο Σωκράτης πρόλαβε να δει την επιγραφή στη γωνία. Οδός Κιάφας.

Δεν είχαν άλλη επιλογή από το να κατηφορίσουν. Στην Ακαδημίας ίσως θα ξανάπεφταν πάνω σε αστυνομικούς – αν όμως σταματούσαν ή πήγαιναν πίσω, τότε σίγουρα θα τους έπιαναν αυτοί που τους κυνηγούσαν. Προτίμησαν την ελπίδα του ίσως και προχώρησαν, μέχρι που ο Σωκράτης είδε το κτίριο με τον αριθμό 4-6.

Το κτίριο το είδε και ο Γρηγόρης, το ίδιο και τον αριθμό του. Μόνο που για εκείνον, η διεύθυνση δε σήμαινε τίποτα. Ο Σωκράτης αντίθετα, σε μια αναλαμπή απ' αυτές που κάνει το μυαλό μόνο όταν είναι πολύ στριμωγμένο, θυμήθηκε την παλιά φωτογραφία και αυτό που είχε διαβάσει στο πίσω μέρος της – θυμήθηκε τη διεύθυνση Κιάφας 46 που ποτέ δεν μπόρεσε να εντοπίσει διότι απλά αυτός που την έγραψε δεν εννοούσε το σαρανταέξι αλλά τον διπλό αριθμό τέσσερα-έξι.

Ενστικτωδώς ο Σωκράτης έσπρωξε την πόρτα. Ήταν ανοιχτή. Μπήκαν και οι δύο μέσα, ελπίζοντας ότι δεν τους είχαν δει αυτοί οι αστυνομικοί, και πήραν κατευθείαν τα σκαλιά προς το υπόγειο.


87

Όσο πιο ψηλά ανέβαινε στα Τουρκοβούνια, τόσο περισσότερο κρύωνε. Ήταν λογικό. Είχε αρχίσει να νυχτώνει.

Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο πιο ήσυχη του φαινόταν η Αθήνα. Απομακρυνόταν από τη στριμωγμένη κυκλοφορία και τις διαδηλώσεις. Υπήρχε βέβαια μια καταχνιά, που την απέδωσε στη φθινοπωρινή υγρασία. Υπήρχαν και κάποιες λάμψεις, κάποιες ανταύγειες πάνω στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα – αυτές δεν ήξερε πού να τις αποδώσει.

Όσο ψηλά κι αν ανέβαινε, δεν σταματούσε να βλέπει ανθρώπους στα πεζοδρόμια, στις πόρτες και στα παράθυρα. Περισσότερους απ' ό,τι συνήθως. Μερικοί συζητούσαν χαμηλόφωνα. Όλοι έδειχναν προβληματισμένοι και ανήσυχοι.

Στην αρχή περπατούσε μόνος. Αργότερα, στο απέναντι πεζοδρόμιο είδε ένα ζευγάρι να κινείται στην ίδια κατεύθυνση μ' αυτόν. Σε μια διασταύρωση, στα όρια της χτισμένης και κατοικημένης περιοχής, μπόρεσε να διακρίνει τα πρόσωπά τους.

Ήξερε ότι η ξαδέρφη του ήταν έγκυος. Γι' αυτό το λόγο δεν καταλάβαινε τι δουλειά είχε να ανηφορίζει το λόφο. Και ποιος ήταν αυτός ο τύπος δίπλα της με το μαύρο πουκάμισο; Ίσως κάποιος συνάδελφος – αλλά σε τόσο μεγάλη απόσταση από το γραφείο του Δανιηλίδη;

Για μια στιγμή σκέφτηκε να φανεί διακριτικός και να συνεχίσει το δρόμο του. Θυμήθηκε όμως το αφεντικό της Κατερίνας και το φάκελο που εκείνη είχε δώσει για λογαριασμό του στον Παντελή. Τον είχε κρύψει στον ίδιο χώρο προς τον οποίο ο ίδιος πήγαινε εκείνη την ώρα. Μήπως άραγε είχε έρθει η ώρα; Όσο υπήρχε πιθανότητα η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα να είναι Ναι, ο Παντελής αποφάσισε να περάσει απέναντι και να τους μιλήσει από κοντά.

Μετά από τις συστάσεις και τη σχετική γρήγορη χειραψία, συνέχισαν να περπατούν προς τα πάνω. Η Κατερίνα εξήγησε στον Παντελή ότι προσπαθούσαν να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από το κέντρο της πόλης. Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να βαραίνει – ήδη έπεφταν δακρυγόνα και σε κάποια σημεία οι διαδηλωτές άναψαν φωτιές για να τα αντιμετωπίσουν. Κι ακόμη, ο Μαυροπουκαμισάκης αποτελούσε στόχο – η Κατερίνα θύμισε στον ξάδερφό της την ιστορία του, κι εκείνος συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό του κρητικού μπορεί να ήταν γνώριμο στους ανθρώπους της αστυνομίας, η οποία συγκέντρωνε όλο και περισσότερες δυνάμεις της γύρω από το Πολυτεχνείο.

Έκαναν αρκετές στάσεις στο δρόμο, για να ξεκουραστεί η Κατερίνα – που ήδη είχε περπατήσει πολύ περισσότερο απ' όσο της είχε συστήσει ο γιατρός. Συνέχισαν όμως να πηγαίνουν προς τα πάνω. Στην ερώτηση της Κατερίνας, πού πηγαίνουν, ο Παντελής είχε απαντήσει ότι πήγαιναν σε ένα σίγουρο μέρος. Ε τότε, ας συνεχίσουμε! προέτρεψε η Κατερίνα τον Μαυροπουκαμισάκη. Στο απορημένο του βλέμμα απάντησε με τρεις μόνο λέξεις: Ξέρει ο Παντελής.

Π' ανάθεμά με κι αν ξέρω! σκέφτηκε εκείνος. Ναι, η στοά που είχε ανακαλύψει η Εύα, τον καιρό των ερευνών της Φροντιέρρα, ήταν ένα μέρος όπου η ξαδέρφη του και ο φίλος της θα μπορούσαν να κρυφτούν μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα – και έτσι να γλιτώσουν τις περιπέτειες. Ο Παντελής όμως, έχοντας διαβάσει τη μυστηριώδη αγγελία, πήγαινε προς τα Τουρκοβούνια για να βρει την περιπέτεια, όχι να την αποφύγει.

Τον φακό, που είχε πάρει μαζί του από το γραφείο φεύγοντας, δεν τον άναψε παρά μόνο όταν είχαν μπει κι οι τρεις στη στοά. Περπάτησαν αργά-αργά μέχρι που άρχισαν να βλέπουν φως μπροστά τους, αρχικά σε κάποια απόσταση και αχνό, στη συνέχεια πιο έντονο. Είχαν μπει αρκετά μέσα – σχεδόν μισό μίλι.

Σε κάποια στιγμή ο Παντελής σταμάτησε. Έμεινε λίγο ακίνητος, σκέφτηκε και αποφάσισε να φωνάξει:

Εύα!

Σχεδόν αμέσως πήρε την απάντηση: Καμ όβερ χίαρ, Παντελής! Ήταν η φωνή που θυμόταν, λίγο παραμορφωμένη από την αντήχηση και ίσως και λίγο πιο βραχνή από παλιά.

Προχώρησαν και την είδαν. Για την ακρίβεια είδαν τη σκιά της – στεκόταν μπροστά από μια λάμπα θυέλλης, η οποία, ακουμπισμένη στο δάπεδο, φώτιζε το σημείο όπου βρισκόταν.

Η Εύα ήταν μόνη της. Ο Παντελής τής σύστησε την Κατερίνα και τον Μαυροπουκαμισάκη. Δεν υπήρχε χώρος για χειραψίες. Είπαν ένα Γεια!

Ο Παντελής πρόσεξε ότι ήταν Γεια, δεν ήταν Χαλόου. Λίγες στιγμές αργότερα η Εύα άρχισε να μιλάει στα ελληνικά. Η έκπληξη στο πρόσωπο του Παντελή, ορατή ακόμα και στο περιορισμένο φως του χώρου, οφειλόταν όχι τόσο στη χρήση των ελληνικών – μετά από το Εύα Παπαδοπούλου της αγγελίας ήξερε ότι κάτι τέτοιο έπρεπε να περιμένει – όσο στη φυσικότητα με την οποία η αρχαιολόγος ξεκίνησε αυτή τη διάλεξη, μπροστά στο κοινό των τριών ατόμων, με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο ή άλλο επιστημονικό φόρουμ. Το μόνο που έλειπε ήταν οι εισαγωγικές κουβέντες που συνήθως ακούγονται σ' αυτές τις ομιλίες – οι ευχαριστίες στους διοργανωτές και στον προεδρεύοντα.

Όλοι γνωρίζουν ότι η Αθήνα στη φραγκοκρατία ήταν η έδρα ενός δουκάτου… Τα ελληνικά της ήταν πολύ καλά, με μια ξενική προφορά βέβαια αλλά με ελάχιστους σολοικισμούς. Η Εύα μίλησε για τους Αλμογκάβερς και τη νίκη τους στη μάχη του 1311, μετά από την οποία οι καταλανοί μισθοφόροι έγιναν κυρίαρχοι στην ανατολική Στερεά.

Σε αντίθεση όμως με την έναρξη της καταλανικής κυριαρχίας, η οποία χαρακτηριζόταν από μια χρονολογία-ορόσημο, η λήξη της δεν είχε σημαδευτεί από κάποιο γεγονός αντίστοιχης βαρύτητας. Οι ιστορικές πηγές μιλούσαν για μια σταδιακή αποσύνθεση. Πρώτα άρχισε να φυλλοροεί η ηγεσία: τον τίτλο του δούκα δεν τον έφεραν πια οι καταλανοί της Αθήνας αλλά απευθείας οι ομοεθνείς τους βασιλείς της Σικελίας. Μετά εμφανίστηκαν οι ναβαρραίοι, που κατέκτησαν το μισό δουκάτο και απειλούσαν το άλλο μισό. Στο τέλος, το 1388, κυρίαρχος της Αθήνας έγινε ο Νέριο Ατσαγιόλι από τη Φλωρεντία.

Η κατάκτηση της Αθήνας από τον Ατσαγιόλι είχε ημερομηνία (2 Μαϊου), όμως οι αναφορές στον τρόπο κατάκτησής της ήταν πενιχρές. Το εντυπωσιακό ήταν ότι τα ίχνη των καταλανών μετά το 1388 εξαφανίζονταν απότομα. Η Εύα τόνισε ότι η έρευνά της εστιάστηκε ακριβώς σε αυτό το σημείο: το πώς οι σκληροτράχηλοι Αλμογκάβερς χάθηκαν από προσώπου γης.

Υπήρχε όμως το χειρόγραφο του Μοντσερράτ για την πραγματική επτάλοφο. Αυτό έδειξε στην Εύα ότι οι καταλανοί κατά πάσα πιθανότητα δεν περιορίζονταν στο πρόσωπο της γης. Και πραγματικά: Με τις έρευνές της, από το '69 και μετά – και ο Παντελής θυμήθηκε τις βόλτες στα Τουρκοβούνια –, επιβεβαίωσε ότι το υπέδαφος της Αθήνας ήταν γεμάτο στοές και πηγάδια, που φτιάχτηκαν κάποτε από ανθρώπινο χέρι.

Σ' εκείνο το σημείο η Εύα ζήτησε από το ακροατήριό της να κοιτάξει προσεκτικά. Έβγαλε ένα φακό από την τσάντα της και τον έστρεψε προς το δάπεδο. Στο σημείο εκείνο σχηματιζόταν ένα σκαλοπάτι ή, ακριβέστερα, κάτι που έμοιαζε με πλατύσκαλο. Το δάπεδο σχημάτιζε μια μικρή υπερύψωση, με διαστάσεις περίπου ένα επί ένα μέτρο.

Ο Παντελής θυμήθηκε. Ήταν το σημείο που είχε κάνει την Εύα να σκοντάψει, τότε που είχαν πρωτοπερπατήσει μαζί μέσα στο σπήλαιο. Το σημείο στο οποίο και ο ίδιος είχε προσέξει να μην την ξαναπατήσει, όταν το προηγούμενο καλοκαίρι είχε περάσει από εκεί με σκοπό να κρύψει το φάκελο της Κατερίνας. Δεν είχε φανταστεί όμως ότι υπήρχε κάτι άξιο λόγου σε εκείνο το σκαλοπάτι ή ό,τι άλλο ήταν. Και σίγουρα το λιγοστό φως δεν βοηθούσε, ούτε τον Παντελή ούτε τους άλλους δύο συνοδοιπόρους του να δουν αυτό που ήθελε να τους δείξει η Εύα.

Η αρχαιολόγος ζήτησε από τον Παντελή να βάλει το χέρι του στο δάπεδο και να της πει αν νιώθει κάτι. Και πραγματικά, εκείνος αισθάνθηκε ότι σε κάποια σημεία άλλαζε η υφή της (κατά τα άλλα λείας) πλάκας. Αυτή η αλλαγή δεν φαινόταν εύκολα με το γυμνό μάτι, ήταν όμως σαφής σε όποιον έκανε τον κόπο να ακουμπήσει την παλάμη του – ορισμένα σημεία ήταν αισθητά πιο τραχιά στο άγγιγμα.

Η Εύα ρώτησε τον Παντελή αν αναγνωρίζει κάποιο σχήμα ή κάποια μορφή στα σημεία αυτά. Ο Παντελής μετακίνησε την παλάμη του πάνω, κάτω και πλάγια και μετά από λίγο απάντησε ότι μοιάζουν με γράμματα του αλφαβήτου. Ψάχνοντας λίγο ακόμη, συμπέρανε ότι πρόκειται για δύο ζεύγη χαρακτήρων:

Στην πρώτη σειρά ήταν το ένα και το τρία.

Και στη δεύτερη σειρά, ήταν το εννέα και το επτά.

Για την Εύα, η πιθανότερη ερμηνεία ήταν η απλούστερη:


1
3




=
1397


9
7



Με άλλα λόγια, τα τέσσερα ψηφία σχημάτιζαν τη χρονολογία χίλια τριακόσια ενενήντα επτά. Εννιά ολόκληρα χρόνια αφότου χάθηκαν τα ίχνη των Καταλανών. Ήταν δυνατόν;

Η επιγραφή βέβαια δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια ένδειξη. Η Εύα δεν είχε ακόμη καταφέρει να αποδείξει, με κάποια αδιαμφισβήτητη μεθοδολογία, τη γνησιότητα και άρα την αληθινή ηλικία της χαραγμένης γραφής.

Ο Παντελής ζήτησε το φακό. Γονάτισε πάνω στην πλάκα που είχε, κάποτε, κάνει την Εύα να σκοντάψει – και την κοίταξε προσεκτικά. Σε λίγο ρώτησε τους άλλους, αν έχει κανείς μαζί του ένα σουγιαδάκι, μια πέτρα ή κάτι άλλο σκληρό και αιχμηρό. Η Εύα είπε πως ναι και έβαλε το χέρι της στη μαγική της τσάντα. Έβγαλε και έδωσε στον Παντελή μια πέτρα που έμοιαζε στο σχήμα με τις πελεκημένες που χρησιμοποιούσαν οι προϊστορικοί άνθρωποι.

Εδώ πέρα, είπε ο Παντελής δείχνοντας ένα σημείο κοντά στο άκρο της πλάκας, μού φαίνεται ότι υπάρχει κάτι. Η Εύα έσκυψε μήπως και προσέξει κάτι. Δεν έβλεπε όμως τίποτα. Ο Παντελής πήγε να ξύσει την επιφάνεια της πλάκας αλλά η Εύα, σαν γνήσια και ευσυνείδητη αρχαιολόγος, τον σταμάτησε.

Ο Παντελής δεν επέμεινε. Σχεδόν αμέσως προχώρησε παραμέσα, κρατώντας τη λάμπα θυέλλης, και μετά από λίγο επέστρεψε, κρατώντας στην αριστερή του μασχάλη ένα μεταλλικό κουτί. Το άνοιξε μπροστά σε όλους. Η Κατερίνα αναγνώρισε το περιεχόμενο αμέσως μόλις το είδε. Ή μάλλον το διαισθάνθηκε – εξωτερικά ήταν ένας φάκελος σαν όλους τους άλλους. Για να τον φέρει όμως ο Παντελής, δεν θα μπορούσε παρά να είναι εκείνος ο φάκελος.

Κατερίνα… Σε πειράζει να τον ανοίξω και να τον διαβάσω εγώ; Εσύ θα είσαι εξαντλημένη. Η Κατερίνα παραξενεύτηκε αλλά ο όποιος δισταγμός της υπερνικήθηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν στ' αλήθεια εξαντλημένη. Απορούσε αν άξιζε να βάλει το παιδί της σε τέτοια ταλαιπωρία εκείνη τη βραδιά – ήταν όμως πια αργά.

Εντάξει, του είπε. Σε εμπιστεύομαι, συμπλήρωσε, ρίχνοντας μια αβέβαιη ματιά προς την πλευρά της Εύας, που τους άκουγε ανέκφραστη. Ο Παντελής κάθησε οκλαδόν. Τον μιμήθηκαν και οι υπόλοιποι. Πήρε δίπλα του τη λάμπα, άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει το περιεχόμενο. Το κείμενο ήταν δακτυλογραφημένο με μεγάλο περιθώριο στα δεξιά – σαν ένα κανονικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, με τη δέουσα χαρτοσήμανση. Η γλώσσα ήταν η γνώριμη απλή καθαρεύουσα ενός παλιομοδίτη.

Αθήναι 21/4/970

Σήμερον τινές θα εορτάσουν την επέτειον της Επαναστάσεως. Μαζύ τους κ' εγώ, μολονότι ήμουν μεταξύ εκείνων οι οποίοι συνεργάσθηκαν μετά των επαναστατών, ουχί από της εκδηλώσεως του στρατιωτικού κινήματος αλλ' αφού οι συνταγματάρχαι είχον πλέον εδραιωθή.

 Έμαθα ότι την επιλογήν μου, όπως συνεργασθώ, ωρισμένοι την εθεώρησαν ως προδοσίαν ή ακόμη και δωσιλογισμόν. Αντιλαμβάνομαι ότι η πικρία δύναται να ωδηγήση εις υπερβολήν. Ίσως και εις αμνησίαν. Λησμονούν την κατάστασιν εις ην ευρίσκετο η χώρα προ της Επαναστάσεως. Ομοίως, λησμονούν ό,τι έλεγον κ' οι ίδιοι: <Πότε θα έλθη ένας λοχίας να βάλη τα πράγματα σε μία τάξι;> Ακόμη και ο Καραμανλής, ον επικαλούνται, εις συνέντευξίν του εις την γαλλικήν εφημερίδα <Le Monde> εις τα τέλη του 1967, είπεν ότι, προ της Επαναστάσεως, ήρχετο αδελφοκτόνος σπαραγμός και ηθική αναρχία. Ήρχετο, λέγω εγώ, άρα απεσωβήθη.

Καλώς λοιπόν εγένετο η Επανάστασις. Οι σώφρονες υποστηρίζουν την Εθνικήν Κυβέρνησιν. Τούτο το βλέπουν όλοι και παντού. Ενθουσιώδη πλήθη συρρέουν εις τας ομιλίας και δημοσίας συγκεντρώσεις του κ. Προέδρου και των κ.κ. Υπουργών. Η κοινωνία μας και η Εθνική Οικονομία συνεχίζουν να αναπτύσσωνται εντός κλίματος σταθερότητος.

Τους σώφρονας, λοιπόν, ωφείλαμε να ανταμείψωμεν. Να τους ανταποδώσωμε την εμπιστοσύνην τους. Τους παρέσχομεν ασφάλειαν – σύμφωνοι. Εδικαιούντο όμως έτι πλέον. Και, διά να τους παράσχωμε έτι πλέον, προέβην κ' εγώ, με ιδικήν μου πρωτοβουλίαν, εις τας ενεργείας, τας οποίας εθεώρουν ορθάς. Διότι εγνώριζον, εκ της μακράς μου πείρας, ότι αι διαθέσεις των ανθρώπων αλλάζουν με τον καιρόν. Η αποδοχή της σήμερον δύναται να γίνη ανοχή ή αδιαφορία αύριον και απόρριψις μεθαύριον.

Επίσης, επίστευον ότι όστις πράττει το Ορθόν δεν δεσμεύεται από τας τυπικότητας της γραφειοκρατίας αλλ' οφείλει να αξιοποιή όλας του τας δυνάμεις. Εις την διάθεσίν μου είχον δε άφθονα μέσα. Χάρις εις το κυβερνητικόν μου αξίωμα, αλλά κυρίως χάρις εις την παλαιάν μου διπλωματικήν σταδιοδρομίαν, είχον τόσας διεθνείς διασυνδέσεις, όσας ελάχιστοι άλλοι Έλληνες.

Ήδη από της ψηφίσεως του Συντάγματος κ' ενωρίτερον, διείδον ότι τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης θα επίεζον σθεναρώς διά την λήψιν φιλελευθέρων μέτρων και την επιστροφήν εις σύστημα κοινοβουλευτισμού. Μετά λύπης μου διεπίστωσα ότι οι συνάδελφοί μου εις την Κυβέρνησιν είχον την γνώμην ότι ήμουν υπερβολικός και ότι εν πάση περιπτώσει οι κίνδυνοι διά το καθεστώς ήσαν αμελητέοι. Δεν είμαι σίγουρος εάν απηχούσαν την άποψιν της Ηγεσίας ή αντιστρόφως, εάν ούτοι επηρέαζον και εφησύχαζον τον Πρόεδρον και τους παρ' αυτώ.

Παρά ταύτα, απεφάσισα να δράσω μόνος μου, προσπαθών με όλας μου τας δυνάμεις να αποτρέψω τον διασυρμόν της πατρίδος. Την ώραν όπου η επίσημος Διπλωματία μας προσπαθούσε να <ροκανίση> χρόνον, υποσχομένη διά στόματός μου και διά των κατά τόπους Πρέσβεων έν χρονοδιάγραμμα επιστροφής εις τον κοινοβουλευτισμόν, παραλλήλως εγένοντο ενέργειες με σκοπόν το <ροκάνισμα> (ανεπαισθήτως, αλλά σταθερώς) της ατρώτου εικόνος του καθεστώτος εις το εσωτερικόν. Αύτη η φθορά ουδόλως θα εγένετο αισθητή εις το εξωτερικόν και άρα δεν θα επηρέαζε την εντύπωσιν των ξένων, θα εδημιουργούσε όμως εις τον Λαόν ελπίδα και θα τον ωθούσε να εκφρασθή περισσότερον ελευθέρως και τολμηρότερον. Η ελπίς μου ήτο ότι η Κυβέρνησις με τον καιρόν, και προτού το εσωτερικόν της μέτωπον κλονισθή, θα ελάμβανε το μήνυμα και θα προσάρμοζε την στάσιν της ηπίως και ουχί βιαίως.

Με πλήρην διακριτικότητα, λοιπόν, συνεννοήθην με τους καταλλήλους ανθρώπους διά την ενεργοποίησιν του λογαριασμού 62. Τον είχαμε ανοίξη εις ανύποπτον χρόνον, μαζύ με συναδέλφους διπλωμάτας εξ Ισπανίας, εις μίαν εκ των παμπόλλων εν Ζυρίχη τραπεζών. <Αχρείαστος να είναι>, είχομεν ειπή τότε, και ιδού! τον εχρειάσθημεν!

Οι άνθρωποί μου εις Ισπανίαν έτεινον ευήκοον ούς εις την πρότασιν ενεργοποιήσεως του λογαριασμού. Συνέβαλε εις τούτο και ο άνθρωπός μου εις Ρώμην (και συγκεκριμένως εις Φιουμιτσίνον), όστις πάντοτε με εθεώρει ως έναν εκ των μεντόρων του κ' έδιδε μεγάλην σημασίαν εις όσα έλεγον. Κατάφερε όπως πείση την αδελφήν του, και τοιουτοτρόπως, το αναγνωρίζω, έθεσε τα θεμέλια δι' αυτήν την μυστικήν Ελληνο-Ισπανικήν συνεργασίαν.

Συνέβαλε επίσης και η συγκυρία. Τον Αύγουστον του 1968, η αυτονομιστική οργάνωσις των Βάσκων επραγματοποίησε το πρώτον της δολοφονικόν κτύπημα. Οι Ισπανοί εφοβούντο το ενδεχόμενον του διμετώπου εσωτερικού αγώνος εναντίον Βάσκων και Καταλανών ταυτοχρόνως. Διά τούτο έσπευσαν να προλάβουν τουλάχιστον τους δευτέρους, τώρα που και οι πρώτοι είχον αρχίση να σκοτώνουν. Και ο καλύτερος τρόπος δια να τους προλάβουν ήτο να τους πληρώσουν.

Με την ενεργοποίησιν του λογαριασμού 62 θα διοχετεύοντο, μετά διακριτικότητος και ταχειών διαδικασιών, τα εκάστοτε απαιτούμενα ποσά δια τας λεγομένας ειδικού χειρισμού ενεργείας, υπό τον στενόν έλεγχον μιας μικρής ομάδος ανθρώπων εις Ελλάδα και Ισπανίαν.

Υπήρχε βεβαίως και μια λεπτομέρεια. Δια να ενεργοποιηθή ο λογαριασμός, έπρεπε να υπάρχουν χρήματα εις αυτόν, τα οποία θα συνεισφέροντο και από τας δύο πλευράς αναλόγως του κατά κεφαλήν ακαθαρίστου εθνικού προϊόντος εκάστης χώρας. Κ' οι μεν Ισπανοί ήσαν συνεπείς εις την καταβολήν των ποσών. Πηγή τους ήτο μία σκιώδης τεχνική εταιρεία ονόματι <Frontierra>. Η Ελληνική πλευρά όμως επί πολλά έτη δεν είχε μεριμνήση σοβαρώς διά την τροφοδοσίαν του ειδικού λογαριασμού.

Η ανάγκη εκαλύφθη συντόμως χάρις εις μιαν έμπνευσιν θρησκευτικού χαρακτήρος. Δεν ξεύρω εάν ήτο κ' θεόσταλτος. Μάλλον καρτεσιανή ήτο, βασισμένη εις την ψυχράν λογικήν. Κάποιος παρετήρησεν ότι ο Έλλην εκ της καρδίας του πληρώνει μόνον ό,τι έχει σχέσιν με την Εκκλησίαν. Διά το κηρίον, τον δίσκον του ναού, το Φιλόπτωχον, την παρουσίαν του ιερέως εις τα ιερά μυστήρια και τας άλλας τελετάς – έμπροσθεν του ράσου και της εικόνος, ο Έλλην βάζει την χείρα εις την τσέπην.

Όστις, λοιπόν, προέβλεψε την επιτυχίαν, ήν θα είχεν εις έρανος υπέρ της ανεγέρσεως μιας υπερλάμπρου εκκλησίας εις τον υψηλότερον λόφον των Αθηνών, εδικαιώθη. Με την συνεργασίαν μιας Ελληνικής τραπέζης, εδυνήθημεν…

Εδώ ο Παντελής ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του.

…να δημιουργήσωμεν το παγκοσμίως πρωτότυπον ερανικόν δάνειον, μέσω του οποίου το ύψος καταθέσεων διεμορφώνετο κατ' αναλογίαν προς τον οβολόν τον οποίον κατέθετον οι πιστοί υπέρ του Τάματος του Έθνους. Εφεξής, το μόνον το οποίον εχρειάζετο ήτο ο καθορισμός ενός μικρού πλην επαρκούς ποσοστού <υπέρ του λογαριασμού 62>, το οποίον κ' αποταμίευε η τράπεζα ιδιαιτέρως.

Αρχικώς, τα αποτελέσματα ήσαν πράγματι εντυπωσιακά. Η Ελληνική συνεισφορά των παρελθόντων ετών εκαλύφθη και εξωφλήθησαν οι τόκοι των. Τα χρήματα ήσαν επαρκή διά να καλύψουν τας ανάγκας εις αμφοτέρας τας χώρας. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς εχρηματοδοτήθη εν Ισπανία, αλλ' οι Ισπανοί είχον την γαλήνην, την οποίαν επιθυμούσαν εις την Καταλωνίαν, ενόσω οι Βάσκοι εμαίνοντο. Εις την Ελλάδα, πάντως, αρχικώς όλα έβαινον ως έδει. <Βομβίτσες> εδώ κ' εκεί, άνευ πολλών συνεπειών κ' άνευ ουδεμίας διεθνούς δημοσιότητος, αλλ' ικαναί εις αριθμόν ώστε να δημιουργήσουν εις τον κόσμον την ψευδαίσθησιν ότι κάτι εκινείτο. Και ταυτοχρόνως, είς εικονικός αρχιτεκτονικός διαγωνισμός διά το Τάμα είχε δρομολογηθή, ίνα εξασφαλισθή το ενδιαφέρον του κόσμου κ' η ροή των χρημάτων.  

Ο Παντελής έκανε μια παύση για να βεβαιωθεί ότι είχε διαβάσει σωστά. Εικονικός. Μάλιστα. Συνέχισε.

Έως το θέρος, όμως, είχον έλθη τα επάνω-κάτω. Εις το <παιχνίδι> του Τάματος είχε εισέλθει και η επίσημος Εκκλησία, ήτις επεθύμει να έχη μεγαλύτερον έλεγχον και, πιθανώτατα, και ρόλον τινά εις τα οικονομικά του εγχειρήματος. Αρχικώς τους απησχόλησε μόνον ο δήθεν διαγωνισμός και διατί επελέγη η Α τράπεζα και ουχί η Β. Έκαμα ωρισμένας απαραιτήτους διορθωτικάς παρεμβάσεις…

Ήταν στ' αλήθεια δύσκολο για τον Παντελή να δεχτεί ότι οι αλλαγές στη ζωή του και σ' αυτή των γονιών του ήταν απλά οι διορθωτικαί παρεμβάσεις του Πίπη.

…και τα πράγματα εφάνησαν να ηρεμούν κατ' αρχήν. Μέχρις ότου ήλθεν ο Ιούλιος. Και όλα άρχισαν να αλλάζουν.

Η βόμβα, ήτις εξερράγη εις τας χείρας του Καράγιωργα τον μήνα εκείνον έδωσε εις την αντίστασιν, και εις την καταστολήν αυτής, την δημοσιότητα ήν απευχόμουν. Αι δυτικοευρωπαïκαί κυβερνήσεις ήρχισαν εκ νέου να κάμνουν φασαρίαν. Το χειρότερον όμως δι εμέ ήτο ότι, υπό την ασφυκτικήν πίεσιν των συνομιλητών τους εις τας χώρας αι οποίαι τους εφιλοξενούσαν, οι Πρέσβεις δεν ηρώτουν πλέον την ιεραρχίαν των αλλ απηυθύνοντο εις εκείνους, τους οποίους ο καθείς εγνώριζεν καλύτερον. Το αποτέλεσμα ήτο ότι ήρχισαν να λαμβάνουν απευθείας εντολάς και κατευθύνσεις παρ' ετέρων κέντρων. Εις τας αρχάς Αυγούστου τους συνεκέντρωσα άπαντας εις την εν Βέρνην Πρεσβείαν ημών, όπου τους παρέθεσα γεύμα…

Ο Παντελής γύρισε και είδε την Εύα να χαμογελάει, χωρίς να τον κοιτάει. Χαμογέλασε κι εκείνος. Ξαναγύρισε στο κείμενο.

…και προσεπάθησα να τους επαναφέρω <στα νερά μου>. Εις μάτην. Μεθ' ολίγον ήρχισαν εκ νέου να πράττουν όπως ήθελον. Και έκαμαν μεγάλην ζημίαν.

Αντί να κατευνασθή η κοινή γνώμη των Ευρωπαίων, ηναγκάσθημεν να αποχωρήσωμεν του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δεν επίστευον πλέον ουδόλως τα λεγόμενά μας περί του χρονοδιαγράμματος. Δεν πταίουν φυσικώς μόνον οι Πρεσβευταί διά τούτο, αλλ' είμαι πεπεισμένος ότι η υπεροψία την οποίαν απέπνεον, με προτροπήν βεβαίως τινών εξ Αθηνών, έπαιξε καθοριστικόν ρόλον εις την αυστηρότητα και εχθρικότητα, άς αντιμετωπίσαμεν.

Το χειρότερον όμως όλων ήτο η απομύζησις του λογαριασμού 62. Και μάλιστα, εις μιαν εποχήν όπου είχον καταφέρη, εις συνεννόησιν μετά των Ισπανών, να τους πείσω ίνα αναστείλουν την χρηματοδότησιν των ιδικών τους δράσεων – άλλως, να εξασφαλίσω το 100% των χρημάτων του λογαριασμού υπέρ των εν Ελλάδι ενεργειών. Είχομεν καταφέρη να εκμεταλλευθώμεν μιαν ευτυχήν συγκυρίαν: Εις την Ισπανίαν είχε συμφωνηθή η διαδοχή του Φράνκο παρά του βασιλικού ζεύγους. Οι Ισπανοί ήσαν πλήρεις αισιοδοξίας – και τούτο ακριβώς το κλίμα επέδρασεν ευνοϊκώς εις την επιδίωξιν ημών.

Δυστυχώς, ολίγον μετά την συμφωνίαν ταύτην, το ήμισυ των χρημάτων του λογαριασμού <έκαμναν φτερά>! Δηλαδή, ακριβώς τα χρήματα τα οποία αρχικώς προωρίζοντο διά τους Ισπανούς, κατόπιν δε της συμφωνίας θα τα ελαμβάνομεν πλέον ημείς…

Σ' αυτό το σημείο ο Παντελής δίστασε. Ενστικτωδώς έφερε τα χαρτιά προς τα αριστερά του πριν συνεχίσει, προβλέποντας την αντίδραση σ' αυτό που θα διάβαζε αμέσως μετά.

…Το πλέον απογοητευτικόν ήτο ότι η υπεξαίρεσις εγένετο υπό δύο ανθρώπων απολύτου εμπιστοσύνης. Ο είς είχεν υπηρετήση επί σειράν ετών διά λογαριασμόν Πρεσβειών μας εις διαφόρους χώρας. Θλίβομαι όταν τον ορώ προαλειφόμενον ως Υπουργόν. Δεν ξεύρω εάν θα αντέξω να τον έχω ως συνάδελφον. Δυστυχώς απολαμβάνει υψηλής προστασίας. Η ετέρα είναι έν πρόσωπον το οποίον επίσης συνειργάσθη μεθ' ημών καθ' όλον το διάστημα της ενεργοποιήσεως του λογαριασμού 62. Είναι η Ισπανίς αρχαιολόγος Εύα Σαβάλλ

Όπως περίμενε ο Παντελής, η Εύα πετάχτηκε προς το μέρος του. Ο Μαυροπουκαμισάκης όμως ήταν ταχύτερος. Πρόλαβε και την συγκράτησε πριν πέσει πάνω στον Παντελή και αρπάξει το κείμενο, που είχε πια σχεδόν διαβαστεί ολόκληρο.

Έμενε η τελευταία παράγραφος. Όταν βεβαιώθηκε ότι ο κρητικός είχε ηρεμήσει την Εύα, ο Παντελής συνέχισε.

Το σχέδιόν μου δεν ηυδοκίμησε. Τουλάχιστον ουχί όσον ταχέως ήλπιζον. Πιστεύω όμως ότι η πορεία προς τον σταδιακόν εκδημοκρατισμόν είναι μονόδρομος. Και επιπλέον, έστω τα ολίγα τα οποία επραγματοποιήθησαν μέχρι τούδε,, είμαι βέβαιος ότι θα <πιάσουν τόπον>. Δεν ξεύρω εάν θα ζήσω δια να τα ιδώ. Έχω όμως το ιδικόν μου ΤΑΜΑ. Και ιδού: Καταθέτω το παρόν κείμενον εις τον φίλον συμβολαιογράφον κ. Αλέξανδρον Δανιηλίδην, μετά της παρακλήσεως να φυλαχθή μακράν οιουδήποτε τρίτου μέχρι της συμπληρώσεως τριών ετών από την ημερομηνίαν θανάτου μου. Μετά ταύτην την προθεσμίαν, ο κ. Δανιηλίδης ή οι νόμιμοι κληρονόμοι του είναι ελεύθεροι να το δημοσιεύσουν, εάν το επιθυμούν. Έχω άλλωστε την βεβαιότητα ότι έως τότε η αγαπημένη μου Πατρίς θα έχη εισέλθη εις την οδόν της Δημοκρατίας. 

Κάτω από την φαρδιά-πλατιά υπογραφή του πάλαι ποτέ Υπουργού κάποιος είχε γράψει, με αχνό γαλάζιο μελάνι και άτσαλα κεφαλαία γράμματα, μια ακόμα φράση:

Ο ΖΕΡΜΑΙΝ ΕΦΥΓΕ

Ο Παντελής δεν ήθελε να διαβάσει τη χειρόγραφη φράση. Είχε βουρκώσει. Η Κατερίνα τού ζήτησε την επιστολή. Της την έδωσε και εκείνη αμέσως αναγνώρισε, στην άτσαλη γραφή, τον γραφικό χαρακτήρα του ίδιου του Δανιηλίδη.

Ο Ζερμαίν έφυγε. Έφυγε νύχτα – το βράδυ της Πέμπτης προς Παρασκευή, πριν το δημοψήφισμα. Έφυγε επειδή παραήταν κόκκινος. Και μαζί του έφυγε κι ο Δανιηλίδης. Η Κατερίνα συνειδητοποιούσε τώρα τον λόγο για τον οποίο το αφεντικό της δεν ήταν πια – και ίσως να μην ξαναγινόταν ποτέ – ο ίδιος άνθρωπος με πριν. Ήταν ο μόνος που είχε διαβάσει αυτό που ισοδυναμούσε με την πολιτική διαθήκη του Πίπη.

Τα γεγονότα εκείνης της μαγιάτικης μέρας, οπότε και όλη η Ελλάδα έμαθε πού βρίσκεται το Φιουμιτσίνο, λειτούργησαν σαν καταλύτης. Η Ελλάδα άρχισε να γίνεται δημοκρατία, έστω ριπάμπλικ στην αρχή, στη συνέχεια με το δημοψήφισμα και ίσως λίγο αργότερα και με τις εκλογές θα γινόταν και ντιμόκρασι. Ο Δανιηλίδης ένιωθε ότι είχε ένα μεγάλο χρέος και μέτραγε μία-μία τις μέρες μέχρι να συμπληρωθούν τα τρία χρόνια – για να μπορέσει να δημοσιεύσει το κείμενο. Και η επέτειος έπεφτε μέσα στην τελική ευθεία για το δημοψήφισμα. Ο συμβολαιογράφος ήταν βέβαιος ότι αυτά που αποκαλύπτονταν στο γράμμα του Πίπη θα έφερναν τη μεγάλη ανατροπή στο δημοψήφισμα. Σίγουρα δεν θα δυσκολευόταν να πετύχει τη δημοσίευση – είχε πρόσβαση σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες αλλά και σε παλαιούς πολιτικούς που σίγουρα δεν θα έμεναν αδιάφοροι μπροστά σε μια τέτοια αποκάλυψη.

Όπως και πολλοί άλλοι κάτοικοι της Αθήνας και των μεγαλύτερων πόλεων που τολμούσαν να εκδηλωθούν υπέρ του ΟΧΙ, και ο Δανιηλίδης ήταν από εκείνους δεν το έκαναν τόσο για το περιεχόμενό του όσο για την άγρια χαρά που θα τους προκαλούσε ένα αποτέλεσμα αντίθετο με αυτό που ήθελε το καθεστώς.

Όμως ο Ζερμαίν έφυγε. Κι αυτή η είδηση μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει. Ότι αυτοί που κατείχαν επικίνδυνο υλικό έπρεπε να το κρατήσουν για τον εαυτό τους. Και να καθήσουν στ' αυγά τους. Διαφορετικά, θα έφευγαν κι αυτοί. Και όχι απλά σε άλλη χώρα.


88

Στο ισόγειο της οδού Κιάφας 4-6 υπήρχε μια πόρτα που έβγαζε κατευθείαν στον ακάλυπτο. Ο Σωκράτης κι ο Γρηγόρης τη βρήκαν ξεκλείδωτη. Χωρίς να χάσουν χρόνο, βγήκαν στον ακάλυπτο και την έκλεισαν πίσω τους.

Όπως οι περισσότεροι ακάλυπτοι χώροι των πολυκατοικιών του κέντρου, κι εκείνος ουσιαστικά ήταν μια ακατάστατη και χορταριασμένη πίσω αυλή – υποδοχέας άχρηστων αντικειμένων και εστία εντόμων και μικροβίων. Με μια διαφορά. Κάπου στην άκρη, κοντά στον τοίχο που σημάδευε τα όρια με τις γειτονικές ιδιοκτησίες, ανάμεσα στους αυτοφυείς θάμνους υπήρχε ένα μικρό πεζούλι.

Οι δύο επισκέπτες του ακάλυπτου δεν είδαν βέβαια αμέσως αυτή την ιδιαιτερότητα του χώρου. Στην αρχή, ελάχιστα τους ένοιαζε – μέλημά τους ήταν να μείνουν ακίνητοι, αθόρυβοι και αόρατοι, για το ενδεχόμενο που κάποιοι από τις δυνάμεις καταστολής θα έμπαιναν να τους ψάξουν.

Έμειναν για περίπου πέντε λεπτά με την πλάτη στον τοίχο της πολυκατοικίας, χωρίς να σαλέψουν ούτε σπιθαμή. Μέχρι που, πρώτα ο Σωκράτης και μετά από ένα δευτερόλεπτο ο Γρηγόρης, είδαν κάτι που τους έκανε να τιναχτούν – αντανακλαστικά, από την έκπληξή τους. Μέσα από τα φυτά ξεπρόβαλε ένα κεφάλι, και μετά άλλα δύο δίπλα του. Η μία από τις τρεις σιλουέτες – δυσδιάκριτες στο σκοτάδι εκείνης της ώρας – τους έκανε νόημα να έρθουν. Εκείνοι δεν κινήθηκαν;

Ποιος είναι; ρώτησε ο Γρηγόρης. Αντί για άλλη απάντηση, ένας από τους αγνώστους άναψε έναν φακό και τον έστρεψε σ' αυτόν που έκανε τα νοήματα. Το πρόσωπό του δεν έλεγε τίποτα στο Σωκράτη – φαινόταν σαν μια συνηθισμένη, μεσογειακή φυσιογνωμία. Ο Γρηγόρης όμως θυμήθηκε ότι κάπου τον είχε δει εκείνη την πολύβουη μέρα. Κάπου, αλλά πού;

Την ώρα που βασάνιζε το μυαλό του, ακούστηκε ένας θόρυβος που μάλλον ερχόταν από μέσα από την πολυκατοικία. Σαν κάποια πόρτα να παραβιαζόταν. Πάμε – τους ξέρω! είπε ο Γρηγόρης στο Σωκράτη. Δεν τους ήξερε – απλά το είπε για να τον παρακινήσει. Σίγουρα θα ήταν ασφαλέστερο να φύγουν απ' ό,τι να παραδοθούν στους διώκτες τους.

Το πεζούλι μόλις που φαινόταν. Η δέσμη του φακού φώτισε καλύτερα το πίσω του μέρος, στο οποίο κατευθύνθηκαν οι τρεις άγνωστοι και ο Σωκράτης με το Γρηγόρη. Είχε ένα άνοιγμα με σκαλιά που σε οδηγούσαν σε μια υπόγεια κατασκευή. Άραγε ήταν αντιαεροπορικό καταφύγιο; Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη του Γρηγόρη. Στο Σωκράτη, πάλι, η είσοδος φαινόταν παρόμοια με αυτή του αρχαίου υδραγωγείου που υπήρχε στο νησί. Κατέβηκαν γρήγορα, πρώτα οι δύο από τους ξένους, μετά ο Σωκράτης, ο Γρηγόρης και στο τέλος αυτός που είχε κάνει το νόημα. Στη βάση της σκάλας υπήρχε μια πόρτα, που ο ουραγός της πεντάδας κλείδωσε πίσω του.

Βρίσκονταν σε μια στοά στην οποία κανείς τους δεν χωρούσε όρθιος. Συνέχισαν να περπατάνε σκυφτοί, ακολουθώντας τον πρώτο της σειράς, που κρατούσε και το φακό. Δεν μιλούσε κανείς – απλά περπατούσαν. Κι αυτό συνεχίστηκε για κάμποση ώρα. Σε κάποια σημεία υπήρχαν σκαλιά, σε κάποια άλλα η στοά διακλαδιζόταν, φάρδαινε ή στένευε. Ο μπροστινός έδειχνε να ξέρει πού πηγαίνει – ο Σωκράτης με τον Γρηγόρη απλά ακολουθούσαν. Άλλωστε, ήταν προτιμότερη αυτή η περιπλάνηση, έστω και με την κλεισούρα και την δυσωδία αυτού του υπόγειου δικτύου, παρά η μία και μόνη εναλλακτική δυνατότητα – αυτή της σύλληψής τους, την οποία όσο περνούσε ο χρόνος όλο και περισσότερο την άφηναν πίσω τους.